Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

σιγα μην ανοιξω

"Αν χτυπήσουν για την απογραφή δεν θα ανοίξω, και πού ξερω ότι θα είναι για την απογραφή; Ετσι όπως γίναμε σιγά μην ανοίξω σε κανενα...". Πρωινές κουβεντες γείτονα.
"Ανοίγετε να αφησω φυλλάδια;", η φωνη στο θυροτηλέφωνο. Φτασαμε στις μερες που το σκεφτεσαι να ανοίξεις  και συνηθως δεν ανοίγεις δηλαδή, την εξώπορτα της πολυκατοικίας.
Μετα μπορεί να ντρεπεσαι αλλα δεν ανοίγεις, ούτε σε όποιον σου λεει απο τη ΔΕΗ για το ρολόι, ούτε σε διαφημιστικά ούτε σε κανεναν.
Μιλούσαμε σήμερα με ενα φίλο απο Αθηνα στο τηλέφωνο. Αγρια πολύ τα πραγματα, όσο πανε και χειρότερα, ειδικά το κέντρο δεν παιζεται πια, μου έλεγε, μετεφερε τη δουλεια του απο το κεντρο στα προάστια, καθως πήγαινε αξημερωτα στη δουλεια και γυριζε αργα ήταν το καλύτερο. Αυτός μπορούσε βεβαια, πηγε και κοντα στο σπίτι του, οι άλλοι; Μια αλλη φίλη μου, μού λεει, ευτυχώς που μένουμε προάστια, κι ας μην τα ήθελα όταν είχαμε πρωτοέρθει.

Τι σε πειράζει πιο πολύ; Ο φόβος. Δε θελω να φοβάμαι.

Ενας κύκλος βίας ξεκίνησε.
Και τώρα, τι κανουμε;
Ο καθενας κι όλοι μαζί; Και πιο πολύ - όχι για να αποφύγουμε οι απλοί πολίτες τις ευθύνες μας αλλα γιατί για αυτα τα δύσκολα και σύνθετα εκλέγονται, τους εκλέγουμε δηλαδή,  και διοικούν - οι που κυβερνούν και διοικούν

Μπλοκαρισμένοι, μουδιασμενοι, αλλοι θυμωμένοι, καποιοι βαθια απελπισμένοι, σαν να είμαστε πολλοί. Γραφοντας αυτή τη φραση εχω ανθρώπους στο μυαλό μου, με όνομα επίθετο, σκέψη και σταση ζωής που εκτιμώ.

Δισταζω να στο πω, αλλα θα στο πω και ας φαίνεται ασχετο, ας φαίνεται θεωρητικό, ας είμαι κι εκτός θέματος. Θυμηθηκα τα λόγια του Νταβίντ Γκρόσμαν (έχει να κανει σίγουρα με το ότι τον άκουσα πολύ πρόσφατα να μιλάει στην Εκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης αλλα όχι μόνο με αυτό) σε μια συνέντευξη,
...δεν ήθελα να γίνω θύμα αυτής της τραγωδίας, όπως και δεν ήθελα να γίνω ένα άτομο γεμάτο πίκρα, μίσος και απελπισία. Συνέχισα να γράφω, διότι ήθελα να εξακολουθήσω να ζω.
Και λίγο μετα
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια χώρα, η οποία είτε δεχόταν βία ή την ασκούσε επάνω στους άλλους. Στο Ισραήλ κανείς δεν σου εγγυάται τίποτα. Ούτε τη δική σου τη ζωή ούτε την ειρήνη ούτε το μέλλον των παιδιών σου. Κάθε μέρα γινόμαστε πιο φοβισμένοι, πιο καχύποπτοι, πιο βίαιοι. Οταν ζεις μια κατάσταση, η οποία ακυρώνει την προσωπικότητά σου, ψάχνεις για την ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπινου όντος, πάντα με μια μητρική ευαισθησία. Το να είσαι συγγραφέας σημαίνει να κοιτάς την ανθρώπινη συνθήκη από πολλές οπτικές γωνίες. Οταν είσαι στον πόλεμο, αρνείσαι να νομιμοποιήσεις την οπτική γωνία των άλλων. Η λογοτεχνία, όμως, μας θυμίζει ότι δεν υπάρχει μόνον μια ιστορία, μια δικαιοσύνη, ένας πόνος. Οτι η πραγματικότητα αποτελείται από πολλούς πόνους, πολλά τραύματα, πολλές τραγωδίες
Κάθε μέρα γινόμαστε πιο φοβισμένοι, πιο καχύποπτοι, πιο βίαιοι; Εχει κι αλλο αυτό το "πιο";
Εκείνος βρήκε εναν τρόπο.
Είναι εκείνο που είπε ο Ανταίος Χρυσοστομίδης μιλώντας για τον Γκρόσμαν και το βιβλίο του "Στο τελος της γης" το περασμενο Σαββατο στη Θεσσαλονίκη, στην Εκθεση Βιβλίου.
Η τραγική ιστορία που διαπερνά τις σελίδες του μυθιστορήματος είναι όμοια με την τραγική ιστορία την οποία έζησε ο συγγραφέας του και η οικογένειά του με τον θανατο του δευτερότοκου γιου του Ούρι, στη μνημη του οποίου αφιερώνεται το βιβλίο. Αυτα τα κενά αέρος που υπαρχουν στο μυθιστόρημα,αυτή η αμετακλητη αίσθηση της απώλειας που συνοδεύει την κάθε φράση, ακόμα κι όταν αυτή είναι χαρούμενη και παιχνιδιάρικη, αυτή η αποφυγή κάθε εύκολου και ψευτικου μελοδραματισμού, είναι πραγματα που ο συγγραφέας εζησε στο πετσί του.
Παμε πίσω στην αρχή. Είναι αλήθεια αναγκη η λογοτεχνία απο τον πόνο, την τραγωδία, την απώλεια, την ένδεια, για να πεταξει μακριά; Το είπε και ο ίδιος στη συνεντευξη, πριν ένα μήνα. «Αναρωτιόμουν γιατί παλεύω ψάχνοντας τη σωστή λέξη, τη σωστή φραση. Μα τρελάθηκες, έλεγα στον εαυτό μου. Γύρω σου γκρεμίζεται όλος ο κόσμος. Γιατί το κάνεις αυτό;» Κι ύστερα ο ίδιος βρίσκει την απάντηση. Του τη δίνει το ίδιο το βιβλίο, η ίδια η λογοτεχνία, του τη δίνουν τα καλά πνεύματα που τον βοηθάνε να συνεχίσει, να μην πετάξει το βιβλίο που είχε ξεκινήσει στη φωτιά. «Είχα την αίσθηση ότι αν έβρισκα τη σωστή λέξη, αν έβρισκα τη σωστή φράση, θα διόρθωνα κάτι. Θα έκανα κάτι σωστό σε έναν κόσμο που έχει γίνει λάθος»

Σαν την Αγγέλα Παπάζογλου που με τη μάνα της όταν καιγόταν η Σμύρνη πήγαν να μαζεψουν απο το σκοινί στο πλυσταριό τα βρεγμενα ακόμα στρωσίδια, να τα διπλώσουν να καουν ωραία διπλωμένα να μην, όπως της είπε η μάνα, τα βρουν οι Τούρκοι και τις πουνε σκατονοικοκυράδες (απο το βιβλίο του γιου της Αγγελας, Γιώργη Παπάζογλου "Τα χαϊρια μας εδώ. Ονείρατα της άκαυτης και της καμένης Σμύρνης", Αθήνα 1986) . Όχι γιατί θα είχε καμία σημασία μεσα στον όλεθρο τι θα πει και ποιος, αλλα γιατί εκείνες μέσα στο χαλασμό θα εκαναν αυτό που ταίριαζε με τις ίδιες, θα εκαναν το σωστό, ενα απο τα λίγα σωστα μεσα σε μια θαλασσα αγριότητας, βίας και καταστροφής.

(Αυτό το κείμενο είναι γραμμενο από χθες, ο blogger όμως τα'παιξε και τωρα που επανήλθε το ανεβαζω)

2 σχόλια:

Άιναφετς είπε...

Καλημέρα Αναστασία μου!
Ναι αν δεν είμαστε φοβισμένοι, είμαστε σίγουρα πολύ προβληματισμένοι...
Εγώ που μένω σ' ένα κτήμα της Αττικής μακριά από γειτόνους πολλές ώρες μόνη...ποιός θα μου εγγυηθεί πως αυτός που θα έρθει για απογραφή, δεν θα είναι κλέφτης,ληστής, φονιάς;
Ρητορική ερώτηση...

καλημέρα είπε...

Καλησπέρα Στεφανία μου.
Κι εγω κάνω τις ίδιες σκέψεις καποιες φορές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορα τα παιδια μου να σου πω την αλήθεια. Είναι μια κατασταση που με κανει και νιωθω πολύ άσχημα, δεν εχω συνηθίσει αυτές τις σκέψεις και δεν θελω να φοβάμαι. Τωρα θα μου πεις, φοβασαι όμως; Ναι πολλές φορές φοβάμαι, ψεμματα να μη σου πω...
Σε φιλώ πολύ!