Οκ, είναι δικό μου το θέμα. Ποτε, ούτε όταν ήμουν μικρή, ούτε μετα που μεγάλωσα καταλαβαινα γιατί γιορταζουμε με επικούς τόνους τις ηρωικές μας επετείους. Ο πόλεμος στο μυαλό μου είναι τραγικός. Είναι καταστροφικός, είναι...χίλια δυο είναι, αλλα αφορμή για πανηγυρικούς ηρωικούς λόγους δεν είναι. Αφορμή για σκεψη, για να μαθουμε όλοι απ'ό,τι συνεβη, για να κανουμε καθε προσπαθεια να μην ξανασυμβεί, ναι. Δεν είναι χαρα ο πόλεμος. Ποιος τον έζησε και τον περιγράφει σαν πανηγύρι; Τουλάχιστον στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων δεν ήταν έτσι.
Άλλο η γενναιότητα, άλλο η ρητορία. Άλλο η ανδρεία, αλλο τα μεγαλα λόγια. Άλλο η περίσκεψη, άλλο ή θριαμβολογία.
Σήμερα στη σχολική γιορτή του δημοτικού της μικρής μου άκουσα εναν λόγο γεμάτο μίσος. Η δασκαλα που τον έγραψε και τον εκφώνησε και τι δεν είπε. Δεν είναι που όλα ήταν άσπρο - μαυρο. Ήταν το μίσος που έβγαινε απο τις λεξεις της. Ο φόβος που εσπερνε. Όλοι θελουν το κακό μας. Οι μουσουλμάνοι συντονίζονται για να παρουν τη χώρα μας. Ακουσα γελοιότητες όπως ότι οι Τούρκοι είναι συνεννοημένο να παρουν την παραλία της Θεσσαλονίκης και θα πληρώνουμε εισιτήριο για να κανουμε βόλτα! Ελεγε στα παιδιά του δημοτικού να μισουν τους Τούρκους γιατί με αυτούς παντα εχθροί θα είμαστε, στον αιώνα τον άπαντα, ένα πραγμα. Τι να σου πω, ντρεπομαι και να σου μεταφερω τα λόγια της.
Καποιοι γονείς αντιδρασαμε. Τετοιο μίσος δεν θελαμε να το ακούσουν τα παιδιά μας, με τετοιο μίσος δεν θελουμε να μεγαλώσουν.
Την λυπηθηκα αυτήν την γυναίκα. Τα πίστευε αυτα που έλεγε. Για αυτήν μαλλον δεν υπάρχει μέλλον όπου οι άνθρωποι θα συνεργαζονται ανεξαρτητα από το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνότητα και τη φυλή τους. Το θεωρεί απλώς αδιανόητο. Για αυτήν ο πόλεμος, που ούτε εκείνη έζησε ούτε κι εγω, είναι ενα πανηγύρι. Μια αφορμή να δείξουμε την αξία και τον ηρωισμό μας. Και μετα τον πόλεμο, οι επετειοι αφορμή θαρρείς να ετοιμαζόμαστε για τον επομενο πόλεμο. Μη σου πω να τον προετοιμαζουμε κιόλας. Όμως για μενα η ειρήνη θελει μεγαλύτερο ηρωισμό, απλώς. Ο πόλεμος σε κανει γενναίο γιατί πρεπει να υπερασπιστείς την πατρίδα σου, τους ανθρώπους σου, τη ζωή. Τον επιδιώκεις τον πόλεμο; Βγαζεις τετοιους λόγους μίσους, σχεδόν σαν να τον ευχεσαι; Λυπαμαι τους ανθρώπους που ίσως εχουν αναγκη αυτό το μίσος, τον πολεμο, την αντιπαραθεση για να υπαρχουν. Και κρίμα, "ξεχνώντας", πόσο φρικτός είναι ο πόλεμος για όλες τις πλευρές του, πόσες πληγές ανοίγει, πόσο κακό προξενεί. Λες και πολεμους δεν εχουμε πια στη γη και ξεχασαμε πώς είναι.
Και για μια ακόμη φορα θυμήθηκα αυτό το διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη, το, για μενα σπουδαίο, "Έτσι ήτανε..."
Το βρήκα στο διαδίκτυο, στο ιστολόγιο "λογομνήμων". Από εκεί το αντιγράφω, απο εκεί και το εξώφυλλο του βιβλίου (συλλογή διηγημάτων "Μεγάλα Χρόνια" εκδ. Εστία, όπου περιλαμβανεται και το συγκεκριμενο διήγημα) :
"Παππού, σήκου, παππούλη: Σήμερα είναι
μέρα επίσημη: Τι φυλάς το στρώμα και βογγάς; Όλο βογγάς κι όλο μαλώνεις
– σώνεις πια: Έβγα να ιδής: Έλα ν’ αλλάξης και να πας στην αγορά. Ο
κόσμος έχει πανηγύρι σήμερα – Σάββατο Λαζάρου:
Το μαθητούδι ζωηρό, καθώς μπήκε στο σπίτι, έφυγε κιόλα. Τόξερε ο παππούς πως ήταν η τρανή. Παραμονή, της Έξοδος η μέρα… Αχ, τέτοια μέρα δε θα ξαναφανή – μήτε ο θεός να δώση:
Τόξερε ο παππούς, κι αυτό από μέρες κι από νύχτες συλλογιόταν. Ο πονεμένος νους του σερνότανε τριγύρω στη μεγάλη Θύμηση. Και την περίμενε τη μέρα αυτή, σα νάτανε ναρχόταν άλλη μια φορά, πρώτη φορά – του κάκου:
Μα του μικρού ταγγόνου οι χαρωπές φωνές του ξάφνισαν το νου. Κι εκεί, να πάλι το τρελόπαιδο μπροστά του. Άφησε τις τρεχάλες για να ξαναρθή και να του γίνη πειρασμός και πάλι.
-Ακόμα κάθεσαι, παππούλη; Λεχώνα θα μου γίνης αυτού πέρα; Απόλυσε κι η εκκλησιά:
-Καλά, καλά, μωρέ παιδί, μη με μαλώνεις τόσο· γέρος είμαι, δε μπορώ να σηκωθώ. Εδώ άσε με να σήπωμαι…
-Τι είπες; Δεν ακούς; Περνάει η Έξοδο!
Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλλόκοτα. Της λιτανείας η βοή, που έφτανε απ’ τον άλλο δρόμο, κρυφή τρεμούλα τούχυσε στα σωτικά· ο νους του σάλεψε άξαφνα.
-Έφτασα: Τ’ άρματά μου:
Ορθός τινάχτηκε σαν παλληκάρι. Ανάλλαγος, ανάμαλλος ζώστηκε το σπαθί. Και βγήκε.
Τα μάτια αγριωπά στυλώνει γύρω του. Κάτι σα να ζητή. Το κανόνι και το τουφέκι γεμίζει όλη τη χώρα μ’ αμέτρητη βοή. Κόσμος πολύς στην αγορά. Όλοι ντυμένοι τα καλά τους. Όλοι τ’ άρματα κρατούν – και ρίχνουν:
Ο λαός παίζει με τη φαντασιά του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψη τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δη “πώς ήτανε” – κι ο γέρος πάει να το πιστέψη.
Βρίσκεται με ταγγόνι στης λιτανείας την ουρά, κι ακολουθούν. Τέλος στους Τάφους έφτασαν. Εκεί χιλιάδες συναγμένοι στέκονται κι ακούν έναν που βγάνει λόγο, μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει, και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερή…
-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: κράζει με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Θυμωμένος φαίνεται. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.
Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.
-Να, ωρέ, έτσι ήτανε:
Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καϊμό του."
Το μαθητούδι ζωηρό, καθώς μπήκε στο σπίτι, έφυγε κιόλα. Τόξερε ο παππούς πως ήταν η τρανή. Παραμονή, της Έξοδος η μέρα… Αχ, τέτοια μέρα δε θα ξαναφανή – μήτε ο θεός να δώση:
Τόξερε ο παππούς, κι αυτό από μέρες κι από νύχτες συλλογιόταν. Ο πονεμένος νους του σερνότανε τριγύρω στη μεγάλη Θύμηση. Και την περίμενε τη μέρα αυτή, σα νάτανε ναρχόταν άλλη μια φορά, πρώτη φορά – του κάκου:
Μα του μικρού ταγγόνου οι χαρωπές φωνές του ξάφνισαν το νου. Κι εκεί, να πάλι το τρελόπαιδο μπροστά του. Άφησε τις τρεχάλες για να ξαναρθή και να του γίνη πειρασμός και πάλι.
-Ακόμα κάθεσαι, παππούλη; Λεχώνα θα μου γίνης αυτού πέρα; Απόλυσε κι η εκκλησιά:
-Καλά, καλά, μωρέ παιδί, μη με μαλώνεις τόσο· γέρος είμαι, δε μπορώ να σηκωθώ. Εδώ άσε με να σήπωμαι…
-Τι είπες; Δεν ακούς; Περνάει η Έξοδο!
Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλλόκοτα. Της λιτανείας η βοή, που έφτανε απ’ τον άλλο δρόμο, κρυφή τρεμούλα τούχυσε στα σωτικά· ο νους του σάλεψε άξαφνα.
-Έφτασα: Τ’ άρματά μου:
Ορθός τινάχτηκε σαν παλληκάρι. Ανάλλαγος, ανάμαλλος ζώστηκε το σπαθί. Και βγήκε.
Τα μάτια αγριωπά στυλώνει γύρω του. Κάτι σα να ζητή. Το κανόνι και το τουφέκι γεμίζει όλη τη χώρα μ’ αμέτρητη βοή. Κόσμος πολύς στην αγορά. Όλοι ντυμένοι τα καλά τους. Όλοι τ’ άρματα κρατούν – και ρίχνουν:
Ο λαός παίζει με τη φαντασιά του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψη τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δη “πώς ήτανε” – κι ο γέρος πάει να το πιστέψη.
Βρίσκεται με ταγγόνι στης λιτανείας την ουρά, κι ακολουθούν. Τέλος στους Τάφους έφτασαν. Εκεί χιλιάδες συναγμένοι στέκονται κι ακούν έναν που βγάνει λόγο, μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει, και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερή…
-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: κράζει με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Θυμωμένος φαίνεται. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.
Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.
-Να, ωρέ, έτσι ήτανε:
Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καϊμό του."




