Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

"Ωρέ, δεν ήταν έτσι"

Οκ, είναι δικό μου το θέμα. Ποτε, ούτε όταν ήμουν μικρή, ούτε μετα που μεγάλωσα καταλαβαινα γιατί γιορταζουμε με επικούς τόνους τις ηρωικές μας επετείους. Ο πόλεμος στο μυαλό μου είναι τραγικός. Είναι καταστροφικός, είναι...χίλια δυο είναι, αλλα αφορμή για πανηγυρικούς ηρωικούς λόγους δεν είναι. Αφορμή για σκεψη, για να μαθουμε όλοι απ'ό,τι συνεβη, για να κανουμε καθε προσπαθεια να μην ξανασυμβεί, ναι. Δεν είναι χαρα ο πόλεμος. Ποιος τον έζησε και τον περιγράφει σαν πανηγύρι; Τουλάχιστον στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων δεν ήταν έτσι.
Άλλο η γενναιότητα, άλλο η ρητορία. Άλλο η ανδρεία, αλλο τα μεγαλα λόγια. Άλλο η περίσκεψη, άλλο ή θριαμβολογία.

Σήμερα στη σχολική γιορτή του δημοτικού της μικρής μου άκουσα εναν λόγο γεμάτο μίσος. Η δασκαλα που τον έγραψε και τον εκφώνησε και τι δεν είπε. Δεν είναι που όλα ήταν άσπρο - μαυρο. Ήταν το μίσος που έβγαινε απο τις λεξεις της. Ο φόβος που εσπερνε. Όλοι θελουν το κακό μας. Οι μουσουλμάνοι συντονίζονται για να παρουν τη χώρα μας.  Ακουσα γελοιότητες όπως ότι οι Τούρκοι είναι συνεννοημένο να παρουν την παραλία της Θεσσαλονίκης και θα πληρώνουμε εισιτήριο για να κανουμε βόλτα! Ελεγε στα παιδιά του δημοτικού να μισουν τους Τούρκους γιατί με αυτούς παντα εχθροί θα είμαστε, στον αιώνα τον άπαντα, ένα πραγμα. Τι να σου πω, ντρεπομαι και να σου μεταφερω τα λόγια της.

Καποιοι γονείς αντιδρασαμε. Τετοιο μίσος δεν θελαμε να το ακούσουν τα παιδιά μας, με τετοιο μίσος δεν θελουμε να μεγαλώσουν.
Την λυπηθηκα αυτήν την γυναίκα. Τα πίστευε αυτα που έλεγε. Για αυτήν μαλλον δεν υπάρχει μέλλον όπου οι άνθρωποι θα συνεργαζονται ανεξαρτητα από το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνότητα και τη φυλή τους. Το θεωρεί απλώς αδιανόητο. Για αυτήν ο πόλεμος, που ούτε εκείνη έζησε ούτε κι εγω, είναι ενα πανηγύρι. Μια αφορμή να δείξουμε την αξία και τον ηρωισμό μας. Και μετα τον πόλεμο, οι επετειοι αφορμή θαρρείς να ετοιμαζόμαστε για τον επομενο πόλεμο. Μη σου πω να τον προετοιμαζουμε κιόλας. Όμως για μενα η ειρήνη θελει μεγαλύτερο ηρωισμό, απλώς. Ο πόλεμος σε κανει γενναίο γιατί πρεπει να υπερασπιστείς την πατρίδα σου, τους ανθρώπους σου, τη ζωή. Τον επιδιώκεις τον πόλεμο; Βγαζεις τετοιους λόγους μίσους, σχεδόν σαν να τον ευχεσαι; Λυπαμαι τους ανθρώπους που ίσως εχουν αναγκη αυτό το μίσος, τον πολεμο, την αντιπαραθεση για να υπαρχουν. Και κρίμα, "ξεχνώντας", πόσο φρικτός είναι ο πόλεμος για όλες τις πλευρές του, πόσες πληγές ανοίγει, πόσο κακό προξενεί. Λες και πολεμους δεν εχουμε πια στη γη και ξεχασαμε πώς είναι.

Και για μια ακόμη φορα θυμήθηκα αυτό το διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη, το, για μενα σπουδαίο, "Έτσι ήτανε..."
Το βρήκα στο διαδίκτυο, στο ιστολόγιο "λογομνήμων". Από εκεί το αντιγράφω, απο εκεί και το εξώφυλλο του βιβλίου (συλλογή διηγημάτων "Μεγάλα Χρόνια" εκδ. Εστία, όπου περιλαμβανεται και το συγκεκριμενο διήγημα) :

"Παππού, σήκου, παππούλη: Σήμερα είναι μέρα επίσημη: Τι φυλάς το στρώμα και βογγάς; Όλο βογγάς κι όλο μαλώνεις – σώνεις πια: Έβγα να ιδής: Έλα ν’ αλλάξης και να πας στην αγορά. Ο κόσμος έχει πανηγύρι σήμερα – Σάββατο Λαζάρου:
Το μαθητούδι ζωηρό, καθώς μπήκε στο σπίτι, έφυγε κιόλα. Τόξερε ο παππούς πως ήταν η τρανή. Παραμονή, της Έξοδος η μέρα… Αχ, τέτοια μέρα δε θα ξαναφανή – μήτε ο θεός να δώση:
Τόξερε ο παππούς, κι αυτό από μέρες κι από νύχτες συλλογιόταν. Ο πονεμένος νους του σερνότανε τριγύρω στη μεγάλη Θύμηση. Και την περίμενε τη μέρα αυτή, σα νάτανε ναρχόταν άλλη μια φορά, πρώτη φορά – του κάκου:
Μα του μικρού ταγγόνου οι χαρωπές φωνές του ξάφνισαν το νου. Κι εκεί, να πάλι το τρελόπαιδο μπροστά του. Άφησε τις τρεχάλες για να ξαναρθή και να του γίνη πειρασμός και πάλι.
-Ακόμα κάθεσαι, παππούλη; Λεχώνα θα μου γίνης αυτού πέρα; Απόλυσε κι η εκκλησιά:
-Καλά, καλά, μωρέ παιδί, μη με μαλώνεις τόσο· γέρος είμαι, δε μπορώ να σηκωθώ. Εδώ άσε με να σήπωμαι…
-Τι είπες; Δεν ακούς; Περνάει η Έξοδο!
Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλλόκοτα. Της λιτανείας η βοή, που έφτανε απ’ τον άλλο δρόμο, κρυφή τρεμούλα τούχυσε στα σωτικά· ο νους του σάλεψε άξαφνα.
-Έφτασα: Τ’ άρματά μου:
Ορθός τινάχτηκε σαν παλληκάρι. Ανάλλαγος, ανάμαλλος ζώστηκε το σπαθί. Και βγήκε.
Τα μάτια αγριωπά στυλώνει γύρω του. Κάτι σα να ζητή. Το κανόνι και το τουφέκι γεμίζει όλη τη χώρα μ’ αμέτρητη βοή. Κόσμος πολύς στην αγορά. Όλοι ντυμένοι τα καλά τους. Όλοι τ’ άρματα κρατούν – και ρίχνουν:
Ο λαός παίζει με τη φαντασιά του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψη τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δη “πώς ήτανε” – κι ο γέρος πάει να το πιστέψη.
Βρίσκεται με ταγγόνι στης λιτανείας την ουρά, κι ακολουθούν. Τέλος στους Τάφους έφτασαν. Εκεί χιλιάδες συναγμένοι στέκονται κι ακούν έναν που βγάνει λόγο, μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει, και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερή…
-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: κράζει με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Θυμωμένος φαίνεται. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.
Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.
-Να, ωρέ, έτσι ήτανε:
Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καϊμό του."

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

"Και ένα αστέρι είσαι εσύ", λέει ένα τραγούδι

Νύχτα χωρίς όνειρα, βαριά. Αύγουστος, ούτε φως τριγύρω. Πρεπει να σηκώνεις το κεφαλι όταν τα πραγματα δεν είναι καλά. Το πρωί, μια γύρα οι πρώτες δουλειές στο σπίτι. Αδεια, σήμερα και αύριο. Μετά, μπαινω στα blogόσπιτα των φίλων. Στου Δήμου, διαβάζω για μια έρευνα, καθε μέρα εχει απο μια, αυτή μου φαίνεται πραγματικά ενδιαφερουσα. Αντιγράφω την αρχή, "Όποιος το λέει, είναι! Θυμάστε αυτή την φράση που λέγαμε μικροί, όταν μας κορόιδευαν; Ε, φαίνεται ότι κάποιοι ψυχολόγοι την μελέτησαν και είδαν ότι εμπεριέχει μεγάλη δόση αλήθειας. Για την ακρίβεια ο Peter Harms και ο Simine Vazire από τα πανεπιστήμια της Nebraska και της Washington αντίστοιχα, βρήκαν ότι το πώς εκφραζόμαστε για τους τριγύρω μας εξαρτάται περισσότερο από τον δικό μας εσωτερικό και ψυχικό κόσμο παρά από τα χαρακτηριστικά των τριγύρω μας...". Η συνέχεια εδώ

Είχα διαβασει το Μάιο μια συνεντευξη του ιστορικού Τόνι Τζουντ. Πέθανε πριν λίγες μέρες, στις 6 Αυγούστου, 2010. Διαβαζα διαφορα κείμενα στο διαδίκτυο μετα το θανατό του (κυριολεκτικά παρεμπιπτόντως, αυτήν την φραση την ήξερες; "Πριν καταλήξεις στο ότι κάποιος είναι καλός, κοίτα πώς φέρεται στο σπίτι του". Την διαβασα στο e-rooster, είναι μια φραση απο το Ταλμούδ), θυμαμαι ακόμα τη φραση του στη συνεντευξη που έδωσε στον Γιαννη Παπαδόπουλο "Θα πρότεινα ακόμα στους Ελληνες να διαβάσουν τους κλασικούς συγγραφείς για να καταλάβουν καλύτερα ότι η διαφθορά (οικονομική, θεσμική και ηθική) είναι η αρχή του τέλους για τις ελεύθερες κοινωνίες" Και η φραση για τον κοσμοπολιτισμό που μπορεί να γινει το δυνατό σημείο των ελλήνων πόσο μου έφερε αμεσως στο νου τη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε ποτέ πιο ισχυρή απο τότε που ήταν κοσμοπολίτισσα; Πολυπολιτισμική πόλη, χωρίς κόμπλεξ για την συνύπαρξη και την άνθιση των πολλών κοινοτήτων της;

Πόσο συχνα ακούμε αυτή τη λεξη σήμερα, πολυπολιτισμικός. Καμιά φορα νομίζω ότι όσο πιο πολύ τη χρησιμοποιούμε τόσο πιο πολύ προσπαθούμε να την καταλαβουμε. Παλαιότερα, αμφιβαλω αν την χρησιμοποιούσαν, ίσως γιατί απλώς την ζούσαν. Την καθημερινότητά σου την ονομαζεις, την αναλύεις; Τη ζεις. Όπως ακριβώς μιλάνε πιο πολύ για ερωτα και σεξ εκείνοι που πια δεν τον νιώθουν ή δεν κανουν.Μη στραβομουτσουνιάζεις, σκεψου το λίγο, πρωτα. Θυμαμαι, σε μια συνεντευξη στο ραδιόφωνο μιλούσαμε με την Τασσώ Καβαδία, και μου είπε το καταπληκτικό, τώρα μιλάνε πολύ για το σεξ, τότε το καναμε.

Απο το ενα θεμα στο αλλο παω. Αμα αποφασίσω να σηκώσω κεφαλι, έτσι κανω παντα. Και μετα πιανω ενα καλό βιβλίο και είμαι καλύτερα. Εγγυημενα πολύ καλύτερα.
Εχω να τελειώσω το βιβλίο του Σαβατερ "Μιλώντας στο γιο μου για τη δημοκρατία και την πολιτική" Πριν σε αφήσω, να παω στις σελίδες και τη σκεψη του, θα ακουσες, δε μπορεί, για το χορό των Περσίδων σήμερα.
 (η εικόνα απο ΤΟ ΒΗΜΑ)
Αγριος ή όχι, λενε θα είναι εντυπωσιακός χορός, ειδικα φετος, καθόδου βεβαια, μιας και θα βλεπουμε τα αστρα, ή για την ακρίβεια τα "μετεωρα", να πεφτουν, αλλα χορός. Με τη δική τους μουσική.





 (η φωτογραφία απο το in.gr)
Εχεις ετοιμη την ευχή σου για σήμερα; Πεφταστερια στον ουρανό. Σήμερα και αύριο. Ξερω τι θα ευχηθώ.


H Eυανθία Ρεμπούτσικα εχει συναυλία αύριο, Παρασκευή, στο αρχαίο θεατρο στο Διον. Ωραία θα είναι να βλεπεις εκεί τα αστερια να πεφτουν.
Eκτός απο τις Περσίδες και τον τρελλό χορό τους, αυτες τις μερες στον ουρανό είναι ενα αστερι φωτεινό τόσο πολύ που ξεχωρίζει απ'όλα τα άλλα. Ξερεις ποιο είναι; Για τις αστρικές σκόνες, τα πεφταστερια, τους διάττοντες αστέρες τα εμαθα όλα πια, όμως αυτό το λαμπερό αστερι στον αυγουστιάτικο ουρανό ποιο είναι; Τρελλό χορό μπορεί να μην κανει, είναι σαν φωτεινή σημαδούρα όμως καρφωμένη στον ουρανό τις νύχτες.




Άκουσες ήδη τοσα τραγούδια με αστερια, άντε, δυο ακόμα. Το ενα απο τα παλιά, πιο μεγαλο κι απο μενα, του 1966 (Γιαννης Σπανός-Αλεκος Σακελλαριος- Καίτη Χωματα, το αλλο απο τα πιο καινούρια,του 2007 (Locomondo)


Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Η πατρίδα μας, τα παιδικα μας χρόνια

 Το πατρικό μου, όσο κι αν  έχει αλλαξει, κι αυτό και το χωριό μου, κι η χωρα ολόκληρη, εδώ που τα λέμε, είναι πάντα εκεί. Κι ας μην είναι εκεί πια οι τσιμεντόλιθοι της πίσω αυλής με τη βρυση και την κληματαρια, εκεί που πήγαινα όταν πολυ μικρή ήθελα να φτιαξω τον κόσμο μου, ενα παραμύθι και τραγούδι μαζί που έφτιαχνα λεξη τη λεξη, ωραια ιστορία αυτή, θα στην πω καποια στιγμή. Κι ας το σκεφτομαι παντα πιο όμορφο απ'όσο είναι. Κι ας χαθηκαν οι μαγικές γωνιές του, υπήρξαν λες ή στη μνήμη μου είναι έτσι; Η κούνια στην αυλή, η πολυθρόνα που πανω της διαβασα τις ωραιότερες περιπετειες, η θεση του παππού, οι εφημερίδες, τα βιβλία και τα τσιγάρα του, το τραπεζι που κατω κρυβόμουν κι εγραφα με τα μολύβια μου, το καδρο με τη νεκρή φυση στο σαλόνι,το παραθυρο της κουζίνας με τον αχνό του φαγητού στο τζαμι κι εγω να γραφω, α,β,γ, τα πρωτα μου γραμματα... Ένα κομματι του πατρικού μου σπιτιού μέσα μου. Όσα κι αν εξαφανίστηκαν, ενα κομματι της ψυχής μου είναι εκεί. Κι ας μην πηγαίνω συχνά. Έχει παντα ενα κομματι της αυλής που μεγάλωσα. Και μπορώ, δεν είναι ετσι για όλους, να το περπατήσω ξανά.
Η πατρίδα μας, τα παιδικά μας χρόνια.
Μπορεί για αυτό να με άγγιξε τόσο πολύ το κείμενο της Μερόπης.

"Σήμερα δεν θέλω να αναλύσω το Κυπριακό. Δεν θέλω να αναλύσω τι έφταιξε και εκείνο το καταραμένο καλοκαίρι του 1974 ο Αττίλας μας ανάγκασε να ξεριζωθούμε από τον τόπο μας, την όμορφη Κερύνεια και να αναζητήσουμε αλλού να ρίξουμε ρίζες. Δεν θέλω να ψάξω τα αίτια που φτάσαμε ως εδώ, που δεν μπορούμε, ακόμα, 36 χρόνια μετά, να βρούμε λύση, που οι μισοί κατηγορούμε τους άλλους μισούς για ενδοτικούς και προδότες και που οι άλλοι μισοί θέλουμε να συμβιβαστούμε πια, να κλείσουν οι πληγές, να περισώσουμε ό,τι είναι δυνατό να περισωθεί από την πατρίδα μας και να προχωρήσουμε στη ζωή μας.
Όχι, σήμερα δεν θέλω να είμαι ρεαλίστρια. Αντίθετα σήμερα θέλω να γίνω μελοδραματική, θέλω να κλάψω, να θρηνήσω. Να κλάψω για την Κερύνεια, να κλάψω για το χωριό μου, τον Καραβά (φωτο πάνω), που η κατοχή το έκανε πια σχεδόν αγνώριστο.
Θέλω να κλάψω για τη ζωή μου που κόπηκε στα δύο. Σ’ εκείνη πριν τον Ιούλιο του 1974 και στη μετά από αυτήν.
Θέλω, νοερά:
Να ανέβω στη βεράντα του σπιτιού μου που πάντα μοσχοβολούσε από το γιασεμί, να ανοίξω την πάντα ξεκλείδωτη πόρτα του, να μπω στον ηλιακό (καθιστικό), στην παιδική μου κρεβατοκάμαρα, να διαβάσω κανένα παραμύθι από τη βιβλιοθήκη. Και μετά να κατέβω κάτω στην αυλή μας, στο περιβόλι μας, να παίξω με τις αδελφές μου, να χαρώ τη σκιά των δέντρων, των λεμονιών, των πορτοκαλιών, των μανταρινιών.

Να πάω στη γειτονιά να παίξω με την Πόλα, τον Κόκο, το Νεόφυτο, τον Άριστο, τη Μαρουλού, την Ξένια, που η ζωή μας χώρισε και μας σκόρπισε σαν τα τρελλά πουλιά.
Να πάρω το ποδήλατο και να πάω να κολυμπήσω στις καθαρές, γεμάτες άμμο παραλίες του Καραβά (στο Μάρε Μόντε, στο 6 μίλι, στο 5 μίλι, στο Ζέφυρο).
Να πάω το βράδυ στο θερινό σινεμά του θείου Μιχαλά, να δω (τζάμπα) καμιά ταινία (με τη Βουγιουκλάκη, γιατί όχι?) και να χαρώ την όμορφη ξάστερη νύχτα.
Να παρακαλέσω τον μπαμπά, το Σάββατο βράδυ, να μας πάει, με εκείνο το παλιό VOLKSWAGEN του, στο λιμανάκι της Κερύνειας, να περπατήσουμε στα όμορφα γραφικά δρομάκια του και όταν κουραστούμε να κάτσουμε στην καφετέρια και να ατενίζουμε τη θάλασσα, για να ηρεμήσουν τα νεύρα μας, όπως έλεγε πάντα η μανούλα μου.
Να βρω τις παιδικές μου φίλες, τους παλιούς μου συμμαθητές και συμμαθήτριες. Θέλω μαζί να θυμηθούμε τα παλιά, τους παιδικούς μας έρωτες, τα φλερτ, τους παλιούς μας δασκάλους και καθηγητές. Να γελάσουμε και να κλάψουμε μαζί.
Σαν να μη μεσολάβησε το πραξικόπημα, ο Αττίλας, ο ξεριζωμός.
Ζητώ πολλά??"

Και γράφει λίγο πιο κάτω, "Αφορμή για την ανάρτηση αυτή μου έδωσε, εκτός βέβαια, από την επέτειο της τουρκικής εισβολής που είναι αύριο (20-7), μια συνάδελφος που τις προάλλες μου έλεγε με πόση λαχτάρα περιμένει κάθε καλοκαίρι να πάει στο νησί της, στη Χίο, στο χωριό της, στο πατρικό της σπίτι, να βρει τους παιδικούς της φίλους, να νοιώσει και πάλι, έστω για λίγο ένα ξέγνοιαστο παιδί. Γύρισα από την άλλη, να μη με δει ότι δάκρυσα"



Διαβαζοντας το κείμενό της χθες, όπως και μια παλαιότερη ανάρτησή της, κι αυτήν χθες την διαβασα, συγκινήθηκα. Σήμερα στην εκπομπή ήθελα να διαβασω το χθεσινοανεβασμενο κείμενό της. Ένιωσα το ίδιο. Κι εσείς. Μου το είπατε, το γραψατε, το καταλαβαινα ακόμη και την ώρα που διαβαζα. Το ήξερα ότι θα μου συμβεί, είχα μπροστα μου το χαρτί, κι έλεγα μετα, λίγο μετα θα το διαβασω, το ανεβαλα, να παρω μια ανασα πριν. Όταν το έκανα, ναι εγώ που όσο περνούν τα χρόνια τη μετραω πολύ και ακριβοδίκαια την αναλογία συναίσθημα και λογική, και θελω και σκεφτομαι κυρίως με βαση τη λογική, χωρίς αναισθησία ελπίζω, αλλα το διώχνω το μελό, είναι κακός σύμβουλος, μελό δεν ένιωσα αλλα ένιωσα βαθια συγκίνηση. Για τη Μερόπη, αλλα και για όποιον αποχαιρετησε ενα κομματι της ψυχής του, εναν τόπο προγονικό που δεν μπορεί να ξαναδεί. Για τα "τρελλα πουλιά" αυτού του κόσμου. Για αυτούς και η αναρτηση σήμερα. Και για όσους καμια φορα ξεχνάμε τι έχουμε.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Δυο πρόσωπα, ιστορίες και η Ιστορία


Μια γυναίκα. Μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος, η Herta Müller, στα πενήντα έξι της χρόνια είναι η φετινή τιμώμενη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Για μια ακόμη φορά η Σουηδική Ακαδημία βραβευει μια λογοτεχνική φωνή που αναδεικνύει τις ζωές των άλλων, εναν κόσμο που πόσο και αν τον ξερουμε είναι ενα ζήτημα...
Η Χέρτα Μίλλερ στο έργο της αναφερεται στη ζωή των ανθρωπων στο καθεστώς του Τσαουσέσκου.
Αντιγράφω απο το ΒΗΜΑ:
"Η κυρία Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου του 1953 στο γερμανόφωνο χωριό Νίτσκιντορφ της Ρουμανίας, κοντά στην Τιμισοάρα και το 1987 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία με τον σύζυγό της, συγγραφέα Ρίχαρντ Βάγκνερ, καθώς στη Ρουμανία δεν της επέτρεπαν να εκδόσει τα έργα της, στα οποία επέκρινε ανοικτά το ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως διευκρινίζει η Σουηδική Ακαδημία.
Η Μίλερ έζησε από κοντά τη διαβόητη μυστική αστυνομία του Τσαουσέσκου Securitate όταν στα τέλη της δεκαετίας του '70 εργάσθηκε ως μεταφράστρια σε ένα εργοστάσιο και αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότης."

Η Σουηδική Ακαδημία αιτιολογώντας την απόφασή της επισημαίνει ότι η Χερτα Μίλλερ «με την πυκνότητα της ποίησής της και την ειλικρίνεια της πρόζας της, σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων».

Στοιχεία για την Herta Müller και: εδώ



Η Ιωάννα, η αδελφή μου, μου έστειλε πριν απο τρεις μέρες αυτό το βίντεο

Ποιος είναι ο Giorgio Gaber;

Ρίξε μια ματιά εδώ

Σου λένε κάτι τα λόγια του στο βίντεο; Για μενα μπορώ να σου πω...είναι μέσα αγαπημένοι μου άνθρωποι, πολύ αγαπημένοι... η δική τους ζωή και κομμάτια της δικής μου.

Ιστορία και ιστορίες, ιστορίες και Ιστορία.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Η Πέμπτη ήταν μια ηλιόλουστη μέρα

Πέμπτη. Βγαίνω από το ραδιόφωνο. Η Αγγελάκη ασπρίζει στο φως. Ο ήλιος χτυπάει στα μάτια μου. Πηγαίνω προς τη στάση του λεωφορείου. Ανεβαίνω στην Εγνατία. Νιώθω οικεια. Ξέρω κάθε γωνία. Σχεδόν με πάει ο δρόμος. Θα μπορούσα να ζήσω σε άλλη πόλη; Όταν πρέπει, αν πρέπει, τι ρωτάς; Αν έφευγα από τη Θεσσαλονίκη, ξέρω τι θα μου έλειπε. Αυτό μου δείχνει και τι αγαπώ. Έρχεται το λεωφορείο. Κόσμος κουρασμένος, κόσμος χαμογελαστός ανεβαίνει και κατεβαίνει τις σκάλες του. Βαριά βήματα. Πόδια που σέρνουν. Ανάλαφρα που έχουν όλη τη ζωή δικιά τους. Βαριεστημένα. Παιχνιδιάρικα. Βιαστικά. Μικρά πατουσάκια ακολουθούν όσο πιο γρήγορα μπορούν τα δυνατά πόδια του μπαμπά.
Περνάμε από τη Φιλοσοφική. Χρόνια φοιτητικά. Ήμουν εκεί. Σαν να πέρασαν αιώνες μου φαίνεται.
Ακούω δυο νεαρούς. «Τι περιμένεις, καπιταλιστικά πανεπιστήμια, τα δικά τους λένε…»
Σκέφτομαι το βιβλίο που διαβάζω αυτόν τον καιρό. «Η ιστορία των λαών των Ηνωμένων Πολιτειών» του Χάουαρντ Ζιντ. Πολιτικός ακτιβιστής, συγγραφέας και καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Το βιβλίο του, αναφέρεται στην αμερικανική ιστορία όπως την έζησαν οι ινδιάνοι, οι μαύροι, οι εργάτες, οι γυναίκες, από την εποχή του Κολόμβου έως σήμερα. Το βιβλίο διδάσκεται σε εκατοντάδες πανεπιστήμια και κολέγια της Αμερικής. Στα καπιταλιστικά πανεπιστήμια δηλαδή.
Ναι, στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορείς να δεις το χειρότερο. Μπορείς όμως να δεις και το καλύτερο, το πολύ καλύτερο. Με το δικό μας μπάχαλο, τη μετριότητα και τους αγράμματους και συντηρητικούς και επαναστάτες τι σχέση έχει;
Στο «αυτί» του βιβλίου έχει κάποια λόγια του Bruce Springsteen «Η ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών με επηρέασε βαθιά. Με τοποθέτησε σε μια θέση την οποία αναγνώρισα και αισθάνθηκα ότι έπρεπε να την διεκδικήσω. Με έκανε να νιώσω πως συμμετέχω σε αυτή τη χρονική στιγμή της Ιστορίας, όπως όλοι μας, και πως αυτή η στιγμή είναι δική μου. Με έκανε να πιστέψω ότι, με τις μικρές μου έστω δυνάμεις, μπορούσα να καταφέρω κάτι. Ένιωσα ότι συμμετέχω στην Ιστορία.»
΄
Παρεμπιπτόντως, με αφορμή το βιβλίο αυτό σκεφτόμουν για μιαν ακόμη φορά πως ό,τι έμαθα για τα λάθη, ακόμα και τα εγκληματικά (λέμε τώρα…σαν δικών μας προγόνων που ακόμα τα θεωρούμε λαμπρές σελίδες στην ιστορία μας), των αμερικανών από αμερικανούς τα έμαθα. Από ταινίες, βιβλία και τραγούδια που ερχόντουσαν από εκεί. Από λογοτέχνες, ιστορικούς, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, κινηματογραφιστές αμερικανούς που αμφισβητούσαν, έψαχναν, αγωνιζόντουσαν και ήλπιζαν ότι κάποτε θα αλλάξουν τα πράγματα. Στ’ αλήθεια σου λέω, τώρα που η «άλλη Αμερική» ελπίζει, μου φαίνεται “κάπως” να κάνω την έξυπνη και να λέω, πού ξέρουν αυτοί, θα τους προδώσει ο Ομπάμπα, εγώ ξέρω… Την τύφλα μου ξέρω, εκείνοι αγωνίστηκαν στα δύσκολα, εγώ ξέρω καλύτερα; Δηλαδή ξέρω καλύτερα από τον Pete Seeger; Άσε, που, στο κάτω κάτω είναι η χώρα τους, η δική μου, μικρή, για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, χώρα στο χάρτη, είναι άλλη, η οποία ας κάνει καμιά υπέρβαση της προκοπής και τα λέμε, που, και στα μικρά και στα μεγάλα είμαστε ανεκδιήγητοι και κρίνουμε και τους άλλους. Τα έλεγα και στον undantag πριν από λίγες μέρες, ντρέπομαι για τότε που νόμιζα ότι όλα τα ξέρω. Επιπλέον μαζί τους ελπίζω κι εγώ, κι αυτό εκτός του ότι μου δίνει δύναμη να πιστεύω ότι όλα μπορούν να γίνουν, δεν θα ήθελα να μην το ζω. Να μην ελπίζω ότι θα γίνουν καλύτερα τα πράγματα, παρά να βλέπω εχθρούς και συνομωσίες; Δεν μπορώ να ζω έτσι. Απλά, δεν μπορώ. Είναι σαν να μου λες, μην αγαπάς, δες πόσοι προδόθηκαν, πόσοι χώρισαν, πόσοι πληγώθηκαν, μην ελπίζεις, όλοι ίδιοι είναι.

Σε μια στιγμή της ιστορίας που πέρασε αναφέρονται οι Calexico σε ένα τραγούδι του πιο πρόσφατου δίσκου τους.
Πιο συγκεκριμένα σε ένα πρόσωπο. Τον Χιλιανό μουσικό, τραγουδοποιό, σκηνοθέτη, ηθοποιό και καθηγητή Βίκτορ Χάρα (28 Σεπτεμβρίου 1932- 15 Σεπτεμβρίου 1973), που δολοφόνησε άγρια η χούντα του Πινοσέτ. Ήταν Σεπτέμβριος του 1973, 11 του μηνός. Ο Πινοσέτ καταλαμβάνει την εξουσία ανατρέποντας την κυβέρνηση του Αλλιέντε. Αντιφρονούντες του νέου δικτατορικού στρατιωτικού καθεστώτος συλλαμβάνονται. Ανάμεσά τους φυσικά και ο Βίκτορ Χάρα, ένθερμος υποστηρικτής του Αλλιέντε. Τον συνέλαβαν στο πολυτεχνείο όπου δίδασκε και τον βασάνισαν άγρια για πολλές μέρες όπως και χιλιάδες Χιλιανούς. Τις επόμενες μέρες στρατιώτες του καθεστώτος συγκεντρώνουν στο Στάδιο του Σαντιάγκο (το οποίο το 2003 ονομάστηκε Estadio Victor Jara) συλληφθέντες αντιφρονούντες. Εκεί συνέχιζαν να τον βασανίζουν, εκεί του έσπασαν και τα χέρια για να μην ξαναπαίξει κιθάρα, να μην ξανατραγουδήσει εμψυχώνοντας τους συμπολίτες τους. Τον δολοφόνησαν στις 15 Σεπτεμβρίου, ήταν 40 χρονών.



Οι Quilapayún, σημαντικοί εκφραστές του «Nueva Canción Chilena» (ρεύματος ανανέωσης του χιλιανού τραγουδιού):


Και μια πολύ ενδιαφέρουσα νομίζω προσέγγιση από τους τζαζ IKKI (Άμστερνταμ):


Το τραγούδι των Calexico λέγεται «Victor Jara’s Hands» ( Του Βίκτορ Χάρα τα Χέρια). Είναι αυτό (είναι μια πολύ καλή εκτέλεση του τραγουδιού)
Ένα ακόμη βίντεο όμως με το τραγούδι είναι κι αυτό:


«Wire fences still coiled with flowers of the night
Songs of the birds like hands call the earth to witness
Sever from fear before taking flight.
Fences that fail and fall to the ground
Bearing the fruit from Jara's Hands
Me siento solo y perdido
Una vela alumbra mi camino
Cruzando tierras que nunca he visto
Cruzando ei rio de mi destino
Solo soy un chico mas
Que sueha en alto y mirando al mar
All alone and lost
My path is lit by flame
Crossing lands never seen
Crossing rivers of my destiny
Only a boy nothing more
Day dreaming wanting more»

Οι Calexico φυσικά δεν είναι οι πρώτοι που έγραψαν τραγούδι για τον Victor Jara ή αναφέρθηκαν με κάποιο τρόπο σε αυτόν. Νομίζω όμως ότι ο τρόπος που αυτοί και κάποιοι ακόμη, όχι όμως όλοι, το έκαναν ταιριάζει πολύ στην ποίηση και τη δύναμη του Jara. Δεν είναι σύνθημα, είναι βαθύ αίσθημα. Μπορεί και να μην ξέρω καλά τα πράγματα, μπορεί να τα αντιμετωπίζω με το δικό μου αισθητήριο- πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει αλλιώς;-, έτσι το νιώθω πάντως.

Για την ιστορία, τώρα, λίγο μετά τη δολοφονία του Jara, o αμερικανός τραγουδιστής της φολκ Phil Ochs, ο οποίος και είχε συναντηθεί με τον Victor Jara κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, το 1974, είχε διοργανώσει μια συναυλία αφιερωμένη στον Χάρα στη Νέα Υόρκη. Στη συναυλία αυτή που είχε την ονομασία «An Evening With Salvador Allende» και έχει κυκλοφορήσει δισκογραφικά η ηχογράφησή της, συμμετείχαν ο Pete Seeger, o Bob Dylan, o Arlo Guthrie (γιος του Woody Gurthie) και ο ίδιος ο Phil Ochs.
Ένα ενδιαφέρον βίντεο όπου ο P.Seeger μιλά για τον V.Jara

Το 1976, ο Arlo Guthrie τραγούδησε στο δίσκο του «Amigo», το τραγούδι «Victor Jara» μελοποιώντας ένα ποίημα του Adrian Mitchell (24 Οκτ 1932 - 20 Δεκ. 2008).
Το τραγούδι είναι εδώ
Ενώ το ίδιο τραγούδι λέει εδώ κι ο ιρλανδός τραγουδιστής Christy Moore:


Νωρίτερα, το 1975 ένα συγκρότημα από τη Σουηδία, οι Hoola Bandoola Band, γράφουν και κυκλοφορούν στον δίσκο τους Fri information, το δικό τους τραγούδι για τον Victor Jara.


Από την ίδια χρονιά και τη Νορβηγία έρχεται το επόμενο τραγούδι. Είναι το"Victor Jara" του Lillebjørn Nilsen, από το 1975, και τον δίσκο του «Byen Med Det Store Hjertet».


Ένα ακόμη τραγούδι που αναφέρεται στον V. Jara, είναι το «One Tree Hill» των U2.


Στην Ελλάδα τραγούδια του Β. Χάρα, τα «La plegaria a un labrador» και «Te recuerdo Amanda», έχει τραγουδήσει η Μαρία Φαραντούρη στον δίσκο «τραγούδια διαμαρτυρίας απ’ όλο τον κόσμο» (1977)
Και στο τραγούδι «κι αν είμαι ροκ», σε λόγια της Δώρας Σιτζάνη και μουσική του Μάνου Λοϊζου ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγουδούσε («Για μια Μέρα Ζωής», 1981) «…στου Βίκτορ Χάρα πετάω τ’ αστέρια σ’ ένα αεράκι εξωτικό»
Εδώ με τον Χρήστο Θηβαίο:


(Πολλά στοιχεία αλλά και αφορμές για να ψάξω και να επιβεβαιώσω ακόμη περισσότερα για τον Victor Jara βρήκα στη Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Victor_Jara)