Καλημέρα Good Morning Buongiorno Guten Morgen Jó reggelt 早晨 Dobro Jutro Tere hommikust Hyvää huomenta Ohayo Mirëdita Môre God morgen Habari ya asubuhi Goedemorgen Bon dia Zao an Goeiemôre Labas rytas Bore da Dobro utro Bonjour صباح الخير… صباح النّور Bon maten
Buenos días Shubha prabhaat Dobrý den God morgon Magandang umaga 안녕하십니까 Günaydın Umhlala gahle Dobré rano Bună dimineaţa Gudde Moien גוטן מאָרגןբարի լույս Доброе утро 早晨好…你早
お早うございます…お早う Selamat pagi
صباح الخير Habari ya asubuhi
Το απόγευμα διαβαζα, με συνηθη καθυστερηση - μου συμβαίνει συχνά, εφημεριδες και περιοδικά με περιμένουν υπομονετικά συνηθως στο τραπεζι της κουζίνας κάνα δυο μήνες, εσας; - μια συνεντευξη σε κυριακατικο περιοδικό εφημερίδας. Ηταν η συνεντευξη του σκηνοθέτη Πατρίς Λεκόντ στη Λένα Παπαδημητρίου.
(Παρεμπιπτόντως, αυτήν την συναδελφο την εκτιμώ και παρα πολλές φορες αφότου εχω διαβασει ενα άρθρο ή και σχόλιο κι εχω πει "τι ωραίο!" βλέπω μετα ότι είναι δικό της, η ματιά, το γουστο, οι απόψεις της μου αρεσουν.)
Τώρα, αυτή η συνεντευξη ειχε δημοσιευτεί στο ΒΗΜagazino, στις 15 Μαϊου 2011.
[Ο Πατρίς Λεκόντ στη φωτογράφιση για το ΒΗΜagazino (φωτογραφία:Νίκος Κόκκας)]
Διαβαζοντάς την σταθηκα σε πολλά μα πιο πολύ εδώ:
Μέσα σε αυτήν την τεράστια πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση που πλήττει τη Γαλλία, εσείς πού στέκεστε ως καλλιτέχνης; «Οταν η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη κρίση όπως
αυτή, στη “νοοτροπία” της υπάρχουν δύο κυρίαρχες τάσεις. Η μία είναι
αυτή της ηττοπάθειας, με βασικά συμπτώματα τον πανικό και την παραίτηση,
“πο, πο η κρίση, τι θα κάνουμε τώρα, πώς θα επιβιώσουμε;”. Και η άλλη
είναι αυτή μιας ιδιότυπα εγωιστικής αμεριμνησίας, ότι τέλος πάντων η
κρίση δεν είναι δικό μου πρόβλημα, είναι πρόβλημα των άλλων, της
κυβέρνησης που τα έχει σκατώσει κτλ.
Ισως έχουμε να διδαχθούμε πολλά από
τους Ιάπωνες που κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τεράστιες συμφορές – και δεν
αναφέρομαι μόνο στο τσουνάμι αλλά και στην οικονομική κρίση –
προσφέροντας. Πιστεύω ότι στη Γαλλία, στην Ελλάδα και στα άλλα
μεσογειακά κράτη δεν υπάρχει εδραιωμένη, όσο βαρύ και αν ακούγεται αυτό,
μια αληθινά εθνική συνείδηση. Οι άνθρωποι ζουν και δουλεύουν για τον
εαυτό τους, δεν υπάρχει ενδιαφέρον για τους άλλους.
Υπάρχει, ξέρετε, μια
μαγική φόρμουλα, την οποία, αν όλοι αποφάσιζαν κάποια στιγμή να
χρησιμοποιήσουν, όλα τα προβλήματα σε αυτόν τον πλανήτη, οι πόλεμοι, η
πείνα κτλ., θα εξαλείφονταν. Αυτή η μαγική φόρμουλα είναι ο σεβασμός
στον άλλον. Οχι σύμφωνα με τη χριστιανική θεώρηση, δεν έχεις ανάγκη από
οποιαδήποτε θρησκεία για να το καταφέρεις αυτό. Δεν είναι κάτι που
χρειάζεται να στο επιβάλει κανείς, είναι κάτι που πηγάζει από σένα. Εγώ,
τουλάχιστον, για αυτό αγωνίζομαι μέσα στο δικό μου, μικρό σύμπαν.
Πρόθεσή μου δεν είναι να αποδείξω ότι είμαι καλύτερος. Το κάνω για να
μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια.
Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή της
ζωής μου. Είναι κάτι που μου κληροδότησαν ο παππούς και η γιαγιά μου,
από την πλευρά της μητέρας μου. Ανθρωποι αξιοθαύμαστοι που ζούσαν πρώτα
για τους άλλους και μετά για τον εαυτό τους. Οχι, δεν επεδείκνυαν κάποια
αρρωστημένη μορφή αυταπάρνησης ή αυτοθυσίας, δεν αυτομαστιγώνονταν,
είχαν απλώς μια φιλοσοφία ζωής χτισμένη πάνω στο αληθινό, στο αγνό
νοιάξιμο για τους άλλους.
Θα ήμουν πολύ ευτυχισμένος αν έπειτα από
χρόνια έλεγαν για μένα: “Αυτός ο τύπος είχε αυτά κι αυτά τα ελαττώματα,
αλλά τουλάχιστον δεν ήταν εγωιστής”.
Ο εγωισμός είναι για μένα ό,τι πιο
ειδεχθές υπάρχει».
Είναι ανόητο και εκτός θέματος όταν ζούμε τόσο δύσκολες στιγμές να μιλάμε για σεβασμό και εγωισμό; Λεω πως δεν είναι. Κι επειδή βλεπω πολλούς τωρα να κουνανε το κεφαλι και να λενε "εγω τα έλεγα", "εγω το ήξερα πως έτσι είναι", "α, εγω δεν είμαι έτσι", θα λεγα ότι το καλύτερο που μπορούν να κανούν αυτοί που όλα τα ξερουν να γυρίσουν λίγο μεσα τους και να σκεφτούν σεβαστηκαν; μετρησαν ποτε τον εγωισμό τους; Και στον πρωτο πληθυντικό βεβαια, σε αόριστο και ενεστώτα, σεβαστήκαμε-σεβόμαστε; μετρήσαμε-μετραμε τον εγωισμό μας; Γιατί τα λόγια παντα είναι ευκολα. Τα έργα;
Ξεκινώντας σημερα με ένα νεανικό πάρτι, συνεχίζει με παραστάσεις, θεατρικά αναλόγια, παρουσιάσεις, παράσταση χορού, συναυλίες, ειδικές παραγωγές μόνο για αυτό και ένα σημαντικό αφιέρωμα στο Γιώργο Χειμωνά,
το Φεστιβάλ Καβάλας-Φιλίππων αναδεικνύεται και φέτος σε ένα φεστιβάλ με άποψη και, κατα τη γνώμη μου, ουσιαστικά πολιτικό με την πραγματική έννοια της λέξης. Καλλιτεχνικός διευθυντής του, ο Θοδωρής Γκόνης. Καναμε αυτήν την συνεντευξη για το περιοδικό CITY, την αντιγραφω παρακάτω.
Δεύτερη χρονιά στο τιμόνι του Φεστιβάλ Φιλίππων-Καβάλας, πώς είναι οι συνθήκες φέτος;Οι συνθήκες είναι δυσκολότερες από πέρσι, άρα, πιο προκλητικές, πιο θηλυκές, σε αναγκάζουν να γεννάς πράγματα, γεννάει και η εποχή πράγματα και είναι έτοιμος κανείς να κολυμπήσει σε αυτή τη δυσκολία. Δεν τη φοβάμαι αυτή τη δυσκολία. Φέτος στην Καβάλα, προχωράμε, παρόλο που δυστυχώς δεν αυτονομήθηκε το φεστιβάλ, υπήρχαν γραφειοκρατικά πράγματα κι άλλες καθυστερήσεις και μοιραία το φεστιβάλ μη αυτονομημένο δεν μπορεί να βρει το βηματισμό του όπως θα έπρεπε. Παρόλα αυτά φτιάξαμε ένα πρόγραμμα που είναι πρωταγωνιστές πάλι η Καβάλα και οι Φίλιπποι, σε ύψος όχι σε μήκος, πατάει δυνατά κι ανεβαίνει. Είναι μια συγκυρία φέτος, είναι δέκα χρόνια από το θάνατο του Χειμωνά. Η καταγωγή του Χειμωνά είναι από την Καβάλα, αυτό από μόνο του δημιουργεί μια επιθυμία η γενέτειρα του να κάνει κάτι για αυτόν. Όχι σαν μνημόσυνο φυσικά, τέτοιοι μεγάλοι συγγραφείς και τέτοια έργα δεν χρειάζονται μνημόσυνα παρά μόνο επισκέψεις στο έργο τους. Ποιους διάλεξες να επισκεφτούν το έργο του; Έχουμε δυο μεγάλες εκδηλώσεις. Πρώτα απ’ όλα η Λούλα Αναγνωστάκη, που έγραψε ένα καινούριο κείμενο, «Ο Γιώργος ως Άμλετ» που θα παίξει η Ρένη Πιττακή. Είναι για μας πολύ σπουδαίο που εμπλέκονται τέτοιας ποιότητας άνθρωποι με το φεστιβάλ. Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν η σύντροφος, η σύζυγος του Χειμωνά, η Πιττακή έχει παίξει εξαιρετικά σε όλα σχεδόν τα έργα της Αναγνωστάκη. Μετά, ανεβάζουμε τον «Άμλετ» στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, η μετάφραση του πάνω σε αυτό το κείμενο του Σαίξπηρ είναι ένα σπουδαίο έργο. Είμαι πολύ ευτυχής που μαζί με τον Γιάννη Λεοντάρη σκηνοθετούμε αυτό το έργο, με την ομάδα Κανιγκούντα, τον Γιάννη, την Μαρία Κεχαγιόγλου αλλά και τη Λυδία Φωτοπούλου που συμπράττει, θα ανεβάσουμε αυτήν την παράσταση στο Κάστρο της Καβάλας. Είναι σημαντικό για μας που θα ακουστεί ο λόγος του Χειμωνά, ο λόγος του Άμλετ εκεί. Επίσης, υπάρχουν δυο θεατρικοί μονόλογοι που γράφουν δυο Καβαλιώτες συγγραφείς, ο Κοσμάς Χαρπαντίδης «Ο Γιώργος Χειμωνάς περιηγείται στο Όρος Σύμβολο» και ο Διαμαντής Αξιώτης «Βασιλιάς της Ασίας», με την Μαρία Πρωτόπαπα και τον Θανάση Δήμου. Υπάρχει και ένα θεατρικό αναλόγιο, όπου ο Ευριπίδης Γαραντούδης που έχει ασχοληθεί με το έργο του Χειμωνά έκανε μια ανθολόγηση κειμένων του και η Εύα Στεφανή και οι Nova Melancholia φτιάχνουν ένα θέαμα στο Απεντομωτήριο, στο λιμάνι της Καβάλας. Είναι και μια παρουσίαση ενός βιβλίου του Γρηγόρη Πεντζίκη για τον Χειμωνά. Θα μιλήσουν για αυτό ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Παρασκευάς Καρασούλος και η Γεωργία Τριανταφυλλίδη. Το φεστιβάλ απλώνεται και φέτος σε πολλούς χώρους; Ναι. Με πολύ κόπο, θέλω να πω πόσο πολύ βοηθάνε ο δήμαρχος Καβάλας και Φιλίππων και οι τεχνικοί του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, ξανακάνουμε αυτό το πείραμα και φέτος, σε πολλούς χώρους, στο Ιμαρέτ, στο Λιμάνι, στο Κάστρο, στην Παλιά Μουσική, στους κήπους, το θεατράκι του Μωχάμετ Άλη, στο παλιό αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα, στο Forum, στις Κρηνίδες και φυσικά στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, όπου φέτος θα παίξουν μόνο παραστάσεις αρχαίου δράματος. Και μια ειδική παράσταση για τον Εγγονόπουλο; Ναι, η βασική ιδέα της παράστασης, οργανωμένης από το τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης στηρίζεται στο ζωγραφικό έργο του Εγγονόπουλου και τις επιστολές που έστελνε στη σύζυγό του Λένα, την εποχή που σκηνογραφούσε το έργο «Ιππόλυτος» σε σκηνοθεσία του Καραντινού, στο ΚΘΒΕ, το 1964. Είναι επιστολές που αν τις διαβάσει κανείς είναι σαν να μιλάει γι’ αυτά που ζούμε και σήμερα. Δημοσιογράφοι τοπικοί οι οποίοι λοιδορούσαν τον Εγγονόπουλο, αστειότητες, κάποιοι άνθρωποι που δεν είχαν την ικανότητα να αντιληφθούν ποιος ήταν ο Εγγονόπουλος και το έργο του. Ποιες άλλες είναι οι αποκλειστικές παραγωγές του φεστιβάλ;Ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, από τους τελευταίους σπουδαίους πεζογράφους που έχουμε, έγραψε ένα κείμενο, το «Συγκοπή Πλατάνου», ειδικά για το φεστιβάλ και θα το αφηγηθεί ο Στέλιος Μάινας. Για όσους δεν το ξέρουν, ήταν στρατιωτικός γιατρός τη δεκαετία του ’60 στην Καβάλα, υπεύθυνος της Κινηματογραφικής Λέσχης της Καβάλας, σε δύσκολους καιρούς. Ανεβάζουμε και τον «Βορρά», όπου πέντε συγγραφείς με βόρεια καταγωγή, όπως ο Σερέφας, ο Φάις, ο Γρηγοριάδης, ο Αντώνης και ο Κωνσταντίνος Κούφαλης γράφουν κείμενα που θα παρουσιαστούν ειδικά στο φεστιβάλ. Το φεστιβάλ δημιουργεί μια παρακαταθήκη παραγωγών, έργων και κειμένων που ανεβαίνουν και γράφονται ειδικά για αυτό; Ναι, αλλιώς είναι ψευδεπίγραφο. Ας το πούμε επιτέλους, φεστιβάλ δεν είναι «ανοίξαμε και σας περιμένουμε». Φεστιβάλ σημαίνει παράγουμε, παραγγέλνουμε, έρχονται πράγματα ειδικά για μάς, το κάθε πανηγύρι δεν είναι φεστιβάλ. Τα σοβαρά φεστιβάλ έχουν δικό τους ειδικό πρόγραμμα και πρόταση. Φαντάζεσαι το φεστιβάλ Αθηνών, ή της Αβινιόν ή του Εδιμβούργου να υποδέχονται μόνο έτοιμες εκδηλώσεις που περιοδεύουν; Εμείς φυσικά υπολειπόμεθα πολύ, πώς αλλιώς; Όταν το μπάτζετ του φεστιβάλ Αθηνών είναι 6,5 εκατομμύρια ευρώ και το δικό μας με το ζόρι 300.000. Τα πράγματα γίνονται με δυσκολίες με καθυστερήσεις. Ενώ η επαρχία έχει φοβερή δυναμική, επιμένω, οι παράγοντες, 95%, δεν έχουν καθόλου το μυαλό τους σε αυτά τα πράγματα, είναι αλλού ντ΄αλλού, γι’ αυτό έχει φτάσει η χώρα μας εδώ που έχει φτάσει. Φυσικά έχουμε ευθύνες κι εμείς, όπως υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις, οι δήμαρχοι Καβάλας και Φιλίππων είναι λαμπρές εξαιρέσεις, επιθυμούν να αλλάξουν πράγματα, δεν είναι εύκολο ούτε γι’ αυτούς. Ενώ ήθελαν πάρα πολύ δεν μπόρεσαν να αυτονομήσουν το φεστιβάλ. Η περσινή επιτυχία του φεστιβάλ βοήθησε τη φετινή διοργάνωση; Η περσινή επιτυχία δυσκόλεψε το φετινό, γιατί στην πατρίδα μας όπως πάντα, είναι κάτι συνηθισμένο, όταν καταφέρνεις κάτι μεγαλώνουν τα εμπόδια μετά. Γιατί; Γιατί πραγματικά νομίζω οι άνθρωποι δεν αντέχουν, δεν αντέχουμε ίσως όλοι τη συνέχεια στο θετικό. Από το ποδόσφαιρο, μέχρι το χορό, την πολιτική, σαν κάτι να θέλει να πει η ζωή με αυτό. Το έχεις ζήσει πολλές φορές αυτό; Πάρα πολλές. Πλέον δεν απορώ. Έχω μάθει πια ότι παράγων σημαίνει εμπόδιο, ότι εμείς είμαστε εκεί για να ξεπερνάμε τα εμπόδια, αλλά και ότι υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά βοηθάνε, γιατί πέρσι ο κόσμος της Καβάλας αγκάλιασε το φεστιβάλ, με την παρουσία του, με το εισιτήριό του, πώς να το ξεχάσω αυτό; Και αυτό είναι το σημαντικό. Δεν σου έλεγαν κάποιοι, μήπως σχεδιάζεις πρόγραμμα που «δεν θα το καταλάβει ο κόσμος»; Κοίταξε, εγώ είμαι υπέρ των ρήξεων, ακόμα και κάθετες ρήξεις να κάνει κάποιος, δεν είμαι των μασημένων συνταγών, να κάνουμε μία από τα ίδια. Σε πόλεις μεγάλες όπως η Καβάλα, τα Γιάννενα, οι Σέρρες, και με μεγάλη δυναμική, οι παράγοντες 95% πραγματικά υποτιμούν τον τόπο τους. Ο κόσμος καταλαβαίνει και παρακαταλαβαίνει. Τι εννοούν δηλαδή, ότι η μάνα μου, η θεία μου, η γυναίκα μου, το παιδί μου είναι καθυστερημένοι λόγω τηλεόρασης; Αυτό λανθάνει; Αυτό θέλουν να πουν; Γιατί υποτιμούν τόσο πολύ τους δικούς τους ανθρώπους; Η Καβάλα αποδεικνύει ότι είναι μια πόλη που θέλει πολύ σπουδαία πράγματα. Και μακάρι να προχωρήσει. Ιδιαίτερα στις φετινές ακόμα πιο δύσκολες οικονομικές συνθήκες, πώς μπορείς να είσαι πιο τολμηρός και πιο ανοικτός; Φυγή προς τα εμπρός. Το ραντεβού με το πρόβλημα έχει τη λύση, πηγαίνουμε, μας περιμένει και η ανθοδέσμη του είναι η λύση του προβλήματος. Όταν πηγαίνεις με θάρρος όπως θα έλεγε και ο Άμλετ. Η συνείδηση σε κάνει δειλό, ο φόβος. Δεν φοβόμαστε, εξάλλου δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα, έχουμε να κερδίσουμε πολλά και πέρσι κερδίσαμε πολλά. Καταλαβαίνω ότι κάποιοι άνθρωποι ενοχλούνται όταν προχωρούν τα πράγματα, τους χαλάς συνήθειες χρόνων, δεν λέω ότι αυτοί είναι χειρότεροι και οι καλύτεροι εμείς, κάθε άλλο. Πιστεύω ότι είναι μια μάχη της ζωής και θα καταλήξει με τρυφεράδα είτε εδώ είτε εκεί. Εμπιστεύομαι την απόφαση της ζωής, τις επιλογές της.
Γνωριζόμαστε χρόνια πολλά, είκοσι, και παραπανω. Ήμουν στα πρωτα πρωτα χρόνια στο ραδιόφωνο. Θυμαμαι με ρώτησε, τότε, μπορεί και στην πρωτη μας συνεντευξη, πες μου ενα τραγούδι που σου έρχεται στο νου, "στο άδειο μου πακετο", του είχα πει, το σημείωσε σε ενα πακετο τσιγαρων και μου χαμογελασε, πού το θυμηθηκα τώρα, τόσα πραγματα εχουμε πει τόσα χρόνια, αυτό μου ήρθε τωρα στο νου, ελα, ντε... Πριν δυο βδομαδες, ήταν μεσημέρι, μιλούσαμε για ώρες, απέναντι η θαλασσα, καποια λόγια εγιναν συνεντευξη, τα άλλα, καθώς μιλούσαμε, συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, ερωτησεις, απαντήσεις, λόγια για να τα θυμομαστε, αυτα τα ίδια ή την αίσθησή τους. Ο Σταματης Κραουνάκης, φετος, είναι ο Δικαιόπολις στους Αχαρνής που ανεβαζει το Κ.Θ.Β.Ε. , σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζακη, αυτό το καλοκαίρι. Δελφοί, Υπαίθριο Θέατρο Φρύνιχος (2 Ιουλίου2010), Καβάλα, Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων (9Ιουλίου2010), Θέατρο Δάσους (14&15Ιουλίου2010), Επίδαυρος, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (23&24Ιουλίου2010)
Και ηθοποιός φέτος; Πώς έγινε αυτό;Με πήρε ο Χατζάκης τηλέφωνο ένα μεσημέρι το Γενάρη με τον Καραντινάκη και μου λέει «λέμε να κάνουμε τους Αχαρνής, θες να κάνεις τη μουσική;» Λέω «ναι, έρχομαι». Λέει «Να κάνεις και τον Δικαιόπολι». «Με τον Αριστοφάνη έχω ένα πάθος, επειδή πάω κι έρχομαι στα θέατρα πολλά χρόνια», του λέω, «δεν θεωρώ ότι θα είχα την αντοχή να υποστώ την κούραση που τραβάει ένας ηθοποιός» και κυρίως όταν άνοιξα και διάβασα το έργο, ζήτησα δυο μέρες άδεια να το διαβάσω, και όταν είδα πόσα λόγια έχει ο Δικαιόπολις, τρελάθηκα. «Παιδιά δεν θα τα καταφέρω να τα θυμηθώ» τους είπα. «A» μου λέει ο Σωτήρης, «για αυτό μην ανησυχείς, ούτε θα το καταλάβεις πώς θα τα μάθεις». Τέλος πάντων, αυτό που είπα στον εαυτό μου για να πω μπαίνω στην περιπέτεια, είναι ότι πέρσι θα 'λεγα όχι από φόβο, από ευθύνη, βαρεμάρα, κούραση, τώρα είπα ναι γιατί σκέφτηκα ότι του χρόνου δεν θα μπορώ ίσως. Ο λόγος; Λέω,είναι μία μεταιχμιακή στιγμή. Του χρόνου μπορεί να μην μπορώ, από κούραση, απόαντοχή, από υγεία, από γήρας… Λέω, ίσως είναι η στιγμή που με περιμένει, κιαυτό σαν τι; Σαν γνώση. Έχοντας αυτό το πάθος με τον Αριστοφάνη χρόνια ήταν σανκάποιος να μου λεγε έλα να κάνεις ένα μεταπτυχιακό να δεις και το θέμα από μέσα.Κι έλεγα χθες σε ένα φίλο μου που με ρωτούσε, τι βιώνεις τώρα, ότι το σημαντικότεροείναι ότι από αυτή τη θέση συνειδητοποιώ την τεχνική της δομής του συγγραφέα μεεντελώς διαφορετικό τρόπο, που τόσες φορές έχω κάνει μουσικές και μεταφραστικήδουλειά κτλ
Τι είναι αυτό που βλέπειςτώρα στο εργαστήριό του; Μοντέρνος, απίστευτα μοντέρνος, η τεχνική, η δομή,η οικονομία, πώς εμφανίζει, εξαφανίζει, πώς δημιουργεί συνθήκες ανάσας στουςηθοποιούς, δεδομένου ότι τότε τρεις υποκριτές, τρεις άνθρωποι έτρεχαν τηδουλειά, και το πρώτο πράγμα που ανακάλυπτα είναι πού μου δίνει δικαιώματα να‘χω λίγη ανάσα. Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο του αυτού του έργου είναι ημεγάλη στιγμή που γράφεται, γίνεται κόλαση, είναι πέμπτος χρόνος τουπελοποννησιακού πολέμου. Λέει στην αρχή «αχ, πόσα, τόσα πόσα μουδαγκώνουν την καρδιά». Η Ελλάδα είναι ανάστατη,καίγονται καράβια, πόλεις, έρχονται κάθε άνοιξη και ρημάζονται τα αμπέλια,ξεπατώνονται οι ελιές από τη ρίζα και καίγονται, ξεπουλάνε οι σύμμαχοι για ένασακί αλάτι. Και η ώρα που ο τύπος αυτός, ο Δικαιόπολις, ων γεωργός, παίρνει τηναπόφαση να κάνει αυτήν την κόντρα και μάλιστα είναι κάτι που το δοκίμαζα πολύστην πρόβα, είναι πολύ επικίνδυνη. Και δοκίμασα κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ. Τηνώρα που λέει, εγώ ορκίζομαι, βάζω το κεφάλι μου στο χασαπόξυλο για στοίχημα, ανδεν σας πείσω, είναι αυτός ο ελληνικός τσαμπουκάς που λέμε τον όρκο πριν καλάκαλά συνειδητοποιήσουμε τι έχουμε πει και μετά αν έχουμε μπέσα είμαστευποχρεωμένοι να τα καταφέρουμε. Και νομίζω ότι τη στιγμή που μπήκα σε αυτήν τηνσκέψη βρήκα ένα πολύ βασικό κλειδί γιατην ερμηνεία του Δικαιόπολι. Υπάρχει μια φράση του που εμένα με συγκινεί πολύ όταντη λέω στην παράσταση, την ώρα που διώχνει το Λάμαχο για τον πόλεμο, «γλεντάωθα πει υπάρχω».
Υπάρχει κάτι που σεβοήθησε πολύ στη μελέτη του ρόλου; Ναι, η μουσική.
Τι εννοείς; Σανπαρτιτούρα τον μελέτησες; Ναι. Έτσι έμαθα το ρόλο. Κι ακόμα δοκιμάζω, τηνότα που θα ξεκινήσω, πού θα καταλήξω, το ρυθμό. Ο Γεωργουσόπουλος μου είπε ότιαυτός είναι ο δρόμος. Και με παιδιά που μίλησα, και με τη Λυδία, γιατί πρέπεινα σου πω ότι τους ηθοποιούς φίλους που με αγαπάνε τους εκμεταλλεύτηκα όλους.Και όλοι μου είπανε πολύ σοβαρά πράγματα. Η Ανίτα Σαντοριναίου μου είπε μιαπολύ δασκαλίστικη φράση, μου είπε, μετά το Λαζάνη πίστευα ότι δεν θα υπάρχει άλλοςνα παίξει τον Δικαιόπολι, θα το κάνεις πολύ καλά, δεν έχεις παρά να βάλεις ένααγκίστρι στην άκρη της γλώσσας σου και με μέτρο να τραβήξεις έξω αυτά που σεπονάνε για αυτόν τον τόπο. Η Βούρτση μου λέει, τη μετάφραση, αν η μετάφρασηείναι καλή μη φοβάσαι τίποτα. Και η μετάφραση εδώ είναι Γεωργουσόπουλος, μεβοήθησε πάρα πολύ, και τη δούλεψα κι εγώ, δεν την αποστήθισα ψυχρά, την έκανασώμα στη γλώσσα μου, άλλαξα θέσεις λέξεων, πήγα το ρήμα στο τέλος, χωρίς νααλλάξω λέξη, την έφερα όπως μιλάω. Εκεί που με βοηθούσε ο ρυθμός τηναποστήθιζα, ή αλλού έπρεπε εγώ να φτιάξω το ρυθμό. Αυτό το παιχνίδι με γοήτευσεγιατί το κάνω και σαν συνθέτης.
Έλεγες πριν ότι οΑριστοφάνης σε αυτό το έργο είναι πολύ μοντέρνος, επάνω στο τραπέζι που δίπλατου μιλάμε έχεις μια σειρά με καντάτες του Μπαχ, και μου έλεγες το ίδιο, «αυτόείναι μοντέρνο». Πώς αυτά τα κλασικά είναι μοντέρνα, τι είναι μοντέρνο; Νομίζωότι εκτός από το περιεχόμενο αυτό που τα κάνει μοντέρνα είναι η δομή.Ανακαλύπτει κανείς τη θεατρικότητα που έχουν οι καντάτες του Μπαχ ενώ είναιεκκλησιαστική μουσική. Ακούς, κόρο, σόλο, ντουέτα, μπαινοβγαίνουν φωνές, κιαυτή είναι η μουσική που ακούγαν οι άνθρωποι στην εκκλησία τους. Άρα τι ζωήζούσαν. Εδώ ο Αριστοφάνης καταγγέλλειαπουσία πνευματικότητας, ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι να καταλαβαίνουν, τα ίδια.Όμως με ένα επίπεδο άλλο.
Τι εννοείς; Ότιακόμα και ο απατεώνας ήταν καλύτερης ποιότητας. Γιατί φαίνεται από αυτό πουλέει για να τους πειράξει ότι απευθύνεται σε ένα μυαλό που δεν είναι ηλίθιο,τιποτένιο.
Είχες ασχοληθεί άλληφορά με τους Αχαρνής; Όχι. Είχα ένα μεγάλο εχθρό, τη μνήμη και την αγάπηπου είχα για τη μουσική του Διονύση,διότι ανήκω στη γενιά που την ανακάλυψε, αγάπησε, κι εγώ ως φοιτητής Παντείου έφερατο Σαββόπουλο υπό τα άγρια μάτια της ΚΝΕ να παίξει όλους του Αχαρνής με τοκείμενο που δυστυχώς δεν υπάρχει στο δίσκο. Ήταν εξαιρετικό. Όμως, διαβάζονταςτο έργο η μουσική του Διονύση δεν έχει γραφτεί για παράσταση, είναι ένααυτόνομο έργο με δικιά του αισθητική και γραμμή, θα έλεγα νεορομαντική σε σχέσημε τη σκληρότητα που έχει το έργο. Και απλώς χρειάστηκε να μην πάω καθόλου προςτα κει.
Και να πας προς ταπού; Σε άγριους ελληνικούς ρυθμούς. Σε μονόχορδες καταστάσεις, τσάμικο,καρσιλαμά, ρεμπέτικο Μικράς Ασίας. Ήθελα να πάω όσο πιο παλιά μπορούσα.
Πώς σου φαίνεται πουένα τέτοιο κείμενο γράφτηκε από έναν 25χρονο, όπως ήταν τότε ο Αριστοφάνης; Κιαν το καλοσκεφτούμε και ο Τσιτσάνης τόσο χρονών έγραψε τα καλύτερα ίσωςτραγούδια του, και πόσοι ακόμη. Κακά τα ψέματα, κι εγώ στα νιάτα μου έγραφα πολύ καλύτερα πράγματααπό αυτά που γράφω τώρα. Εγώ νομίζω όχι, αλλά ναι. Γιατί τότε, μπορεί να μην ξέρειςτι γράφεις, αλλά η ψυχή σου είναι πιο φορτσάτη, πιο φορτσάτη η μηχανή. Τώραυπάρχει μια επίγνωση. Πάντα αναζητάς, τι; Αυτό που ξανά θα κινητοποιήσει ένααίσθημα. Το όπλο που θα μπορέσει ξανά να πυροδοτήσει ένα αίσθημα στην κερκίδα.
Και τώρα πια τι λες,τι πυροδοτεί την κερκίδα; Η αλήθεια μόνο πια. Αν δουν οι άνθρωποι τηναληθινή κραυγή θα συγκινηθούν.
Και ποια η διαφορά μετο μελό; Με το μελό μπορεί να βάλεις τα κλάματα αλλά την επόμενη στιγμή τοξεχνάς, δεν το έχεις πάρει μαζί σου. Αν κάτι σε δονήσει αληθινά αυτό είναισυγκίνηση.
Έχεις το δέος της Επιδαύρου;Όχι. Δεν ξέρω τι θα πάθω, μπορεί να κλάσω μέντες στην Επίδαυρο την ώρα που θαβγω και θα δω το κοινό, παρόλα αυτά δέκα μερες πριν ανέβω στη Θεσσαλονίκη πήγα τηΜεγαλη εβδομάδα κι έμεινα μόνος μου στη παλιά Επίδαυρο, πήγαινα κάθε πρωί στο θέατρο6-9 πριν φτάσουν οι τουρίστες εκτός από ένα πρωί που με παρακάλεσε η ξεναγός, μου λέει έχω κάτιΓερμανούς θέλετε να το διαβάσετε να σας ακούσουν; Λέω ναι, στείλτους επάνω ναδω αν ακουστώ α ακούγομαι, μετά κατεβήκανε τους εξήγησα ότι είμαι μουσικός καιθα κάνω αυτό το πράγμα με αυτή τη σκέψη. Όχι, αυτό που προσπαθώ αυτή τη στιγμήείναι καταρχήν να μάθω τα λόγια
Άγχος; Ναι αλλάσε πληροφορώ ότι πρώτος απ’ όλους τους συναδέλφους τα έμαθα. Διάβασα πάρα πολύ.Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου, ούτε στα πανεπιστήμιανα έχω διαβάσει τόσο και γύρω γύρω, όχι μόνο το ρόλο μου, με ενδιέφερε να τα ξέρωόλα γιατί ξέροντας την κάθε λεπτομέρεια, από πού προέρχεται ένα αστείο, από πούμια συνθήκη, μπορείς να βοηθήσεις το κοινό. Έχω ένα σημείο στο μονόλογο που το παλεύωακόμα. Μιλάει για μια ιστορία, η Σέριφος τροφοδοτούσε με σκυλιά την Αθήνα, και κάνειμια ολόκληρη παράγραφο σε σχέση με αυτό το γεγονός. Εγώ ξέρεις καμιά φορά πιστεύωγια το κοινό, γιατί δε μ’ αρέσει να τα δίνω κι όλα νιανιά. Άμα εσύ ξέρεις ξέρεικαι το κοινό. Άμα εσύ ξέρεις την αιτία, ξέρεις το αίσθημα, το φωτίζεις με το αίσθημάσου δε χρειάζεται να το κάνεις πολλή επεξήγηση.