Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Αυτή η κρίση, μάλιστα...



Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις (ποίημα από την "Μυθολογία", 1966)
Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Ερμηνεία: Αρλέτα
δίσκος: "Παιδί της γης", 1977 (LYRA)


Κρίση την είπαν την στιγμή
σαν εκοιμήθεις πλάι μου με χάρη,
την ώρα που ξεχύθηκαν μ' ορμή
χίλια πουλιά να σκίσουν το φεγγάρι.

Κρίση την είπαν την πηγή
που πάνε τ' άστρα να λουστούν το βράδυ,
να πιουν νερό να χτενιστούν στη γη
και να πλαγιάσουν στης αυλής μου το πηγάδι.

Κρίση την είπαν την ορμή
που φτιάχνει η αγάπη μέσα στο λιβάδι
κι η αναπνοή σου γίνεται στιγμή
που μ' ακουμπά τ' αγέρι του Θεού σαν χάδι.



Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

όταν ο Hugo συνάντησε τον Georges Méliès

Ο Mάρτιν Σκορτσέζε στην ταινία του, "Hugo", τιμά έναν πρωτοπόρο της τεχνης τους, τον κινηματογραφιστή Ζορζ Μελιε (1861-1938).
(Georges Méliès, η φωτογραφία απο εδω)
Η ταινία τον συναντά δεκαεπτά περίπου χρόνια μετα το 1913, όταν ο Μελιέ, ο ευφανταστος μαγος και πρώτος δασκαλος των χειροποίητων φυσικά τότε, εφε στο σινεμα, o σκηνοθετης που πρώτος χρησιμοποίησε και ουσιαστικα εφηύρε πολλές τεχνικές, αποσύρθηκε εξαιτίας αναμεσα σε άλλα και δυσκολων ιστορικών, τότε, συγκυριών.
Το 1930, περίπου αναγνώρισαν το έργο του οι υπερεαλιστες και το 1931 τιμηθηκε με το Βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής.
Η ταινία του Σκορτσεζε έχει κεντρικό ήρωα ενα μικρό ορφανό αγόρι, που εχει μαθει την τεχνη του ωρολογοποιού από τον πατερα του, στη ζωή του οποίου ενα απο τα δημιουργηματα του Μελιέ είναι ένα αίνιγμα που πρεπει να λύσει. Ή ακόμα πιο όμορφα, πρεπει να επισκευασει. Γιατί όλα, και τα πιο δυσκολα ακόμα, και τα πιο κατεστραμμενα, επισκευάζονται. Κι όπως ο μικρός Χιούγκο λεει καποια στιγμη στην ταινία, όλοι εχουν καποιο σκοπό, κι αν χασεις το σκοπό σου, εισαι σαν ενα μηχανημα που έχει χαλάσει. Ο μικρός συναντιεται με τον Μελιέ που προσπαθεί να ξεχασει για παντα το παρελθόν του.




Δεν καταλαβα για ποιον ουσιαστικό λόγο, πλην αυτού της τρεχουσας αγορας και ίσως το ότι αποτρεπει ή δυσκολευει την πειρατεία της κόπιας της, η ταινία έπρεπε να είναι τρισδιάστατη αλλα αυτό δεν σημαινει κατι επι της ουσίας. Προσωπικά ούτε ειδα ουτε ενιωσα το συγκλονιστικο και διαφορετικό που επαναδιαπραγματευεται το 3D στην συγκεκριμενη ταινία, για το οποίο τόσα γράφονται, αλλα οκ, δική μου αίσθηση.
Και μόνο για το αφιερωμα της ταινίας σε εναν τόσο σημαντικό, και στις μερες μας σε πολλούς άγνωστο, κινηματογρφαιστή, τον Ζορζ Μελιέ, εναν άνθρωπο που ονειρευτηκε, δουλεψε τόσο πολύ με τα χερια και τη φαντασία του κυνηγώντας τα όνειρά του, χαρηκα που την ειδα χθες βραδυ. Στην εποχή που όλα με τη βοήθεια της τεχνολογίας γίνονται τόσο ευκολα, και τόσα πολλά τα θεωρουμε αυτονόητα, ο Σκορτσεζε μας θυμίζει τον κόπο του χειροποίητου και την τρελλα του να προσπαθείς με παθος για πραγματα πρωτόγνωρα στον κινηματογράφο των αρχών του προηγουμενου αιώνα.
Άσε, που παίζουν και ηθοποιοί που μου αρεσουν πολύ.
Στοιχεία για την ταινία: 

http://www.imdb.com/title/tt0970179/ 
http://www.hugomovie.com/#home 


Πληροφορίες για τον Georges Méliès http://en.wikipedia.org/wiki/Georges_M%C3%A9li%C3%A8s http://www.sensesofcinema.com/2004/great-directors/melies/ http://www.imdb.com/name/nm0617588/
στα ελληνικά
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%BF%CF%81%CE%B6_%CE%9C%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AD

αποσπασματα απο το εργο του Μελιέ



"The Magician" (1898)


"L'homme a la tête en caoutchouc" (1901)


"Le voyage dans la lune" (1902) επιχρωματισμενη, στο χερι φυσικά τότε καρε-καρε


"L'homme orchestre" (1900)


Πόσο εύκολα μας φαίνονται σήμερα όλα αυτα, πόσο καινούρια, δυσκολα και πρωτοπόρα ήταν τότε και στην σύλληψη και στην εφαρμογή τους..
Όσο κι αν οι μηχανες, οι τεχνολογικές δυνατότητες και τα εργαλεία κάνουν θαυματα, το μεγαλύτερο θαυμα είναι η φαντασία και η επινοητικότητα του ανθρώπινου μυαλού και η επιδεξιότητά του που εφαρμόζει όσα ονειρευεται. Το σπουδαίο μαθημα του Μελιέ και εκείνο που μου έμεινε από την ταινία νομίζω πως είναι αυτό.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να αλλάζουμε...



"Η πιθανότητα της Φαουστίνας Μερσέντες (ή γιατί η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική)"

Ένα κείμενο του Θανάση Τριαρίδη που δεν είχα διαβάσει παρά μόλις σήμερα.
Πραγματεύεται τη βία, ειδικότερα την πολιτική. Είναι αναγκαίο κακό; Ποιοι την χρησιμοποιούν και γιατί; Κι άλλα πολλά.

Το κείμενο ξεκινά έτσι:
"Το περιστατικό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα κρισιμότερα διανοητικά όρια της Ιστορίας (: της κανοναρχημένης μνήμης που συμφωνήσαμε να λογαριάζουμε για Ιστορία) – και καθώς αποτυπώθηκε και στην ταινία Γκάντι(1982) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο είναι πλέον αρκετά γνωστό. Στα 1947, κι ενώ η Μεγάλη Βρετανία έχει αποσυρθεί από την κυριαρχία της στην Ινδία, στην αχανή χώρα έχει ξεσπάσει ο σπαρακτικός εμφύλιος ινδουιστών και μουσουλμάνων. Και οι δύο θρησκευτικές κοινότητες (έχοντας δομήσει την ύπαρξή τους στο θεμελιακό μίσος, την εξαγγελία του φόνου και τη μισαλλοδοξία που κάθε θρησκεία αναγγέλλει για τους πιστούς της) προχωρούν σε γενικευμένες σφαγές αμάχων με στόχο την αμφίπλευρη θρησκειοκάθαρσητης Ινδίας (που εντέλει δικαιώθηκε καθώς κατέληξε στη δημιουργία δύο «καθαρών θρησκευτικά» κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν). Ο άνθρωπος που για δεκαετίες πρωτοστάτησε στον αγώνα της ανεξαρτησίας παραμένοντας ανυποχώρητος στο δόγμα τής μη βίαιης ανυπακοής και κάνοντας όλο τον κόσμο να στρέψει την προσοχή του στην Ινδία, ο Μαχάτμα Γκάντι, απελπισμένος, κηρύσσει στις 12 Ιανουαρίου του 1948 μια ακόμη μέχρι θανάτου απεργία πείνας ζητώντας να σταματήσει ο εμφύλιος. Ενώ η αποχή του από την τροφή διαρκεί και ο Γκάντι είναι κατάκοιτος, τον επισκέπτεται ένας ινδουιστής και του ζητάει κάτι σαν εξομολόγηση. «Οι μουσουλμάνοι σκότωσαν την οικογένειά μου, τα τρία παιδιά μου», του λέει κλαίγοντας. «Πήγα κι εγώ σε ένα μουσουλμανικό σπίτι και σκότωσα κι εγώ τρία παιδιά• έλιωσα το κεφάλι τους στον τοίχο». Ο (επίσης πιστός ινδουιστής) Γκάντι τού απαντάει ψιθυρίζοντας με δυσκολία: «Έχω για σένα μια διέξοδο: θα βρεις τρία παιδιά που σκοτώθηκαν οι γονείς τους και θα τα αγαπήσεις σα να ’ναι δικά σου. Και κάτι ακόμη: θα είναι παιδιά μουσουλμάνων και θα τα μεγαλώσεις ως μουσουλμάνους.»
Σκέφτομαι τούτη την πρόταση – ουσιαστικά τη στάση ζωής τού Γκάντι(την οποία, ως γνωστόν, πλήρωσε με τη ζωή του λίγες μέρες αργότερα). Άραγε όταν κανείς λιώνει κεφάλια παιδιών στον τοίχο, ποιο περιθώριο μπορεί να έχει για ζωή – και για τι είδους ζωή; Πώς μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του άλλου σα να ήταν ο ίδιος άλλος; Κι αν ο κόσμος είναι ανυπόφορος και ακατανόητος, σε ποιον απομένει να μεγαλώσει τα ορφανά παιδιά της Ινδίας τού (άραγε πόσο μακρινού) 1948; Ποια είναι εντέλει εκείνα τα παιδιά; Ποιοι είμαστε εμείς;
Σε πείσμα της Ιστορίας (και της ομοιοκαταληξίας που καμώνεται την Ιστορία) ο Γκάντι επιμένει: Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να αλλάζουμε – και, ναι, ακόμη και κάποιος που έχει λιώσει κεφάλια μωρών στον τοίχο έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη βία, τον θάνατο, το στρατόπεδο που ο ίδιος εγκατέστησε μέσα και γύρω από την ύπαρξή του. Σύμφωνα με τη συλλογιστική του Ινδού ανθρωπιστή, όσο υπάρχουμε (: όσοζούμε) έχουμε κάτι βαθύ ολόδικό μας που παραμένει πάντοτε στα χέρια μας: την πιθανότητα μιας απόφασης, με την οποία τα παιδιά του άλλου μπορούν να γίνουν δικά σου – εφόσον ο άλλος μπορεί να ζήσει μέσα σου. Ένας εβδομηνταεννιάχρονος γέροντας, σχεδόν ανήμπορος καν να μιλήσει, προσπαθεί να απαντήσει στον θάνατο που απλώνει, στον αλληλοτροφοδοτούμενο φόνο, στον κλιμακούμενο όλεθρο της διαλεκτικής – ουσιαστικά, με μόνο του όπλο την ίδια του τη ματαιότητα, αντιπροτείνει τη μικρή, δύσκολη, υπονομευμένη έως ανυπόφορη ζωή κόντρα στην αιώνια εξουσία της βίας. Κάποιος μπορεί να ονομάσει τούτη τη στάση ανιστορική – κάποιος άλλος μπορεί να τη λογαριάσει ως «λυρικό δεκανίκι της εξουσίας». Για μένα, για τη δική μου οπτική, είναι μια σπάνια ανθρώπινη κορυφή: μας υπενθυμίζει πως εντέλει υπάρχει κρατημένο μέσα μας ένα κομμάτι της ζωής που μπορεί να φτάσει μακρύτερα από τη βία."

Όλο το κείμενο είναι εδω: http://www.triaridis.gr/keimena/keimD068.htm

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

"Δεν κλαίω για τους νέους"

Κείμενο της Άννας Δαμιανίδη. 

Μακάρι να το διαβασουν όλοι όσοι μιλάνε για καμμενη γενιά λες και κατα βαθος το εύχονται κιόλας (θα ήθελα να μην ξέρω, ούτε καν να υποψιάζομαι το λόγο αλλά έζησα μαζί τους και έμαθα, δυστυχώς...) χωρίς να καταλαβαίνουν πόση ζημιά κάνουν, μεγαλύτερη κι απ'της κρίσης...
Όπως οι γονείς μας, κάτω απο ασύλληπτα δύσκολες, για μας, συνθηκες ποτέ δεν μας είπαν "δεν εχεις μελλον παιδί μου", γιατί απλώς ήξεραν πως χωρίς φτερά κανένας δεν έχει κανένα μέλλον, έχουμε την υποχρεωση να κανουμε το ίδιο ακριβώς για τα παιδιά μας. Και να τα δυναμώσουμε να μην το βάζουν κάτω. Εκτός αν νομίζουμε ότι η καταθλιψη ή η οργή θα είναι καλύτερα εφόδια στη ζωή τους. Έχω κανα δυο γνωστους που νομίζουν ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος και το "τεκμηριώνουν" και με απίστευτες θεωρίες...


"Ένας κλαυθμός πλανιέται πάνω από την Ελλάδα, όχι μόνο πάνω, και κάτω και παντού. Ένας σχεδόν υποχρεωτικός θρήνος, για τη νέα γενιά που βρίσκεται σε αδιέξοδο. Σα χορός αρχαίας τραγωδίας με βραχνές φωνές μας καλούν ομιλίες και άρθρα να βγούμε να κλαίμε, να οικτίρουμε και να στηθοδερνόμαστε για τα καημένα τα παιδιά μας που δεν έχουν καμία προοπτική. Έχω τρία παιδιά κι αισθάνομαι περίεργα. Πρέπει να νιώθω τύψεις που τα γέννησα; Καλά, αυτό εννοείται, κάθε μάνα νιώθει τύψεις που έκανε παιδιά στο δύσκολο αυτό κόσμο, ούτως ή άλλως. Σε κρίση ή σε ανάπτυξη, κάθε μάνα είναι ένοχη και προσπαθεί να εξαγοράσει το σφάλμα της, γιατί δεν μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά σε όλη τη ζωή τους. Αλλά πόσο πια να δείχνει την ενοχή; Και με τι τρόπο να τη δείχνει;
Για σταθείτε δηλαδή, τα παιδιά είναι νέα, είναι δυνατά, είναι γερά, αντέχουν στο κρύο και στην αγρύπνια. Θα δουλέψουν, κι αν δεν βρουν τη δουλειά που θέλουν, θα βρουν άλλη. Ελπίζω ότι τα δίδαξα να μη φοβούνται τη δουλειά και την προσπάθεια. Αν δεν βρίσκουν τίποτε, θα πάνε μετανάστες. Είναι ήδη χιλιάδες στην Ευρώπη, μετανάστες κανονικοί, με χαρτιά, νόμιμοι, σε χώρες με καλύτερη ζωή, με ωραίες δουλειές, όχι κυνηγημένοι όπως οι ασιάτες που έρχονται εδώ με κίνδυνο της ζωής τους. Είναι σκληρό να πρέπει να φεύγεις από τη χώρα σου, αλλά και σ’ αυτούς που μένουν η χώρα είναι σκληρή με τρόπο που εμείς οι μεγάλοι τον έχουμε ξεχάσει, ή τον θεωρούμε αυτονόητο. Είναι σκληρό να έχεις σπουδάσει και διδαχτεί πόσο σπουδαία είναι η αξιοκρατία κι ύστερα, όταν φτάνει η ώρα να εργαστείς, να πρέπει να δεχτείς άλλα. Να πρέπει να δεχτείς άγραφους νόμους κυκλωμάτων που έχουν φτιάξει παλιές, αγράμματες, ανίκανες συμμορίες. Να πρέπει να δεχτείς τη διαφθορά, την οικογενειοκρατία, το κάθε είδους νταβατζηλίκι, κι αυτό να θεωρείται εξασφάλιση και εγγύηση εισοδήματος.
Πολύ πριν την κρίση έφευγαν οι νέοι από την Ελλάδα ακριβώς επειδή είχαν σπουδάσει και δεν μπορούσαν να ανεχτούν το άρρωστο κλίμα αναξιοκρατίας σε πολλά επαγγέλματα. Ίσως να είναι και πολλοί αυτοί που σπουδάζουν και θέλουν καλύτερη ζωή, περισσότεροι από όσους μπορεί να θρέψει η χώρα, αλλά ίσως και να μην μπορούσαν οι διαμορφωμένες ιεραρχίες να αντέξουν τους καλύτερους.
Τα νιάτα είναι μια ηλικία δύσκολη ούτως ή άλλως. Δύσκολο να βρεις δουλειά, δύσκολο να βρεις ταίρι. Αλλά δεν γίνεται να θρηνούμε για τα παιδιά. Είναι αντιπαιδαγωγικό. Έχουν να ζήσουν μια ζωή και τους χρειάζονται όλα τα κουράγια. Δεν ενδιαφέρονται για την κλάψα μας. Η δική μας κλάψα τα ευνουχίζει και τα φοβίζει. Πώς θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τις δυσκολίες μετά; Πώς θα κάνουν τα λάθη τους; Μόνο δικό μας προνόμιο ήταν τα λάθη;
Πιστεύω πως η ελληνική υπερπροστατευτική οικογένεια καταστρέφει όχι μόνο τα παιδιά της αλλά και τα πάντα γύρω της. Στην απελπισμένη, την υστερική προσπάθεια εξασφάλισης των παιδιών οι γονείς τα συνηθίζουν να μην υπολογίζουν τίποτε, να μη χαίρονται το κοινωνικό περιβάλλον και να μην το σέβονται, να μην εκτιμούν αυτά που έχουν και συνέχεια να αγχώνονται από τη ζήλια για διάφορους που τα καταφέρνουν καλύτερα επειδή είναι πιο καπάτσοι, δηλαδή ξέρουν καλύτερα τους κώδικες κάποιας μαφίας που εκείνοι αγνοούν.
Αντί να θρηνούμε καλύτερα να δημιουργούσαμε συνθήκες σαν αυτές που μαθαίνουν τα παιδιά ότι αξίζουν, συνθήκες ζωής βασισμένες στο σεβασμό σε γνωστούς νόμους, όχι σε κάποιους μυστήριους κώδικες πιάτσας, συνθήκες ισότητας ευκαιριών και αξιοκρατίας, όχι κόλπα και απάτες και μέσα και δόντια και βολέματα, συνθήκες που θα τους επέτρεπαν να ελπίζουν ότι μπορούν να συνεννοηθούν με τον κόσμο στη γλώσσα που μαθαίνουν. Αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη εξυπηρέτηση. "

το κείμενο στο Protagon, εδώ
στο ιστολόγιο της Αννας Δαμιανίδη, "Ημερολόγιο Καταστρώματος", εδώ 

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Wislawa Szymborska 1923-2012

Αν δεν είχε πάρει το Νόμπελ το 1996, δεν θα την ήξερα, δεν θα είχα διαβασει κανένα ποίημά της. Είμαι τυχερή που την γνώρισα έστω και αργα (παρεμπιπτόντως, αρκετα βραβεία νόμπελ με εβαλαν να ανακαλύψω λογοτεχνες σπουδαίους και αγνωστους σε μένα). Το πώς χειρίστηκε το βραβείο, το πώς έζησε τη ζωή της και πριν και μετα απο αυτό, είναι μια αληθινά ωραία ιστορία ζωής. 
Η Βισουάβα Σιμπόρσκα πέθανε την περασμενη Τεταρτη.

η φωτογραφία απο εδώ

Ένα ποίημά της που αγαπώ πολύ, πριν απο τεσσερα περιπου χρόνια το είχα ξαναγραψει σε αυτό το ιστολόγιο. Με αφορμή μια εκδήλωση, είχα ζητησει απο την μεταφράστριά του και μας το είχε διαβασει και στην εκπομπή, τότε.

"Παραείμαι κοντά του για να με ονειρεύεται.
Δεν πετώ πια από πάνω του, δεν του ξεφεύγω
κάτω απ’ τις ρίζες του δέντρου. Παραείμαι κοντά.
[…] Πολύ κοντά.
Γεύομαι τον ήχο, βλέπω το γυαλιστερό τσόφλι αυτής της λέξης
καθώς ξαπλώνω ακίνητη στην αγκαλιά του. Αυτός κοιμάται.
[…] Παραείμαι κοντά
για να του πέσω από τον ουρανό.
H κραυγή μου θα μπορούσε να τον ξυπνήσει.
Tι κακόμοιρο πλάσμα που είμαι,
φυλακισμένη στο σχήμα μου,
εγώ που ήμουν σημύδα, που ήμουν σαύρα,
που έβγαινα απ’ τα κουκούλια μου
λαμπυρίζοντας στα χρώματα που έπαιρνε η σάρκα μου.
Εγώ που είχα
το χάρισμα
να εξαφανίζομαι μπροστά σε έκπληκτα μάτια,
απ’ τα πλούτη το πιο ακριβό.
Είμαι κοντά,
παραείμαι κοντά του για να με ονειρεύεται.

Tραβώ το χέρι μου κάτω απ’ το κεφάλι του κοιμισμένου
κι είναι μουδιασμένο, γεμάτο ένα σμάρι καρφίτσες,
στην άκρη της καθεμιάς, περιμένοντας το μέτρημα,
κάθονται οι έκπτωτοι άγγελοι."

(μτφρ. Αικατερίνη Δούκα-Καμπίτογλου)




O Μιχάλης Μητσός έγραψε στα ΝΕΑ, χθες:


"Οταν ήταν νέα, η Βισουάβα Σιμπόρσκα λάτρευε την ανθρωπότητα και ήθελε να κάνει κάτι γι' αυτήν. Τότε μάλιστα πίστευε ότι μπορούσε να σώσει τον κόσμο μέσα από τον κομμουνισμό. Σύντομα αποκήρυξε και την ιδέα της εκείνη και τον κομμουνισμό. Σε μια συνέντευξη που έδωσε στους «Νιου Γιορκ Τάιμς» λίγο καιρό μετά τη βράβευσή της με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, το 1996, επέμεινε ότι τα ποιήματά της είναι «αυστηρά μη πολιτικά. Είναι ποιήματα για τους ανθρώπους και τη ζωή».
Οσο περνούσαν τα χρόνια τόσο η Σιμπόρσκα διαπίστωνε ότι αυξάνονταν τα ερωτήματα και μειώνονταν οι απαντήσεις. Η ομιλία της όταν παρέλαβε το Νομπέλ περιστρεφόταν γύρω από τις λέξεις «δεν ξέρω». Ενας από τους λόγους που αγαπούσε τόσο πολύ τα ζώα ήταν κι αυτός: αντίθετα από τους ανθρώπους, εκείνα δεν ισχυρίζονται ότι ξέρουν.
Υπάρχει και μια άλλη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. Οι πρώτοι διαβάζουν τη ζωή τους και τη ζωή του κόσμου μέσα από τη διαδοχή των στιγμών και για τον λόγο αυτό αδυνατούν να εμβαθύνουν στη στιγμή. Τα δεύτερα, αντίθετα, ζουν την κάθε στιγμή. Και έτσι δεν γνωρίζουν από τεχνάσματα, υπολογισμούς και παγίδες. Εχουν τη συνείδησή τους καθαρή.
Με ένα ζώο θα συνέδεε μοιραία η ποιήτρια τον θάνατο, τον δικό της θάνατο.
«Γάτα σε ένα άδειο διαμέρισμα», έτσι τιτλοφορείται ένα από τα ωραιότερα ποιήματά της (σε μετάφραση Βασίλη Καραβίτη, από τη συλλογή «Μια ποιητική διαδρομή», εκδ. Σοκόλη, 2003):

Να πεθάνεις - δεν μπορείς να το κάνεις αυτό/ σε μια γάτα./ Γιατί τι μπορεί να κάνει μια γάτα/ σ' ένα άδειο διαμέρισμα;/ Να σκαρφαλώνει στους τοίχους;/ Να τρίβεται πάνω στα έπιπλα;/ Τίποτα δεν δείχνει εδώ διαφορετικό/ κι όμως τίποτα δεν είναι το ίδιο./ Τίποτα δεν μετακινήθηκε/ κι όμως υπάρχει πιο πολύς χώρος./ Και τις νύχτες δεν ανάβουν τις λάμπες.
Βήματα πάλι στο κλιμακοστάσιο/ όμως δεν είναι τα ίδια./ Το χέρι που αφήνει το ψάρι στο πιατάκι/ κι αυτό ακόμα έχει αλλάξει.
Κάτι δεν αρχίζει/ στη συνηθισμένη ώρα του./ Κάτι δεν συμβαίνει/ όπως θα' πρεπε./ Κάποιος ήταν πάντοτε, πάντοτε εδώ/ κι έπειτα εξαφανίστηκε/ και μένει πεισματικά άφαντος.
Ολα τα συρτάρια πέρασαν από έλεγχο./ Ολα τα ράφια εξερευνήθηκαν./ Οι ανασκαφές κάτω απ' το χαλί/ δεν απέδωσαν τίποτα./ Ακόμα και μια εντολή παραβιάστηκε,/ μ' όλα τα χαρτιά σκορπισμένα παντού./ Τι απόμεινε να κάνουμε;/ Μόνο ύπνο και αναμονή.
Περίμενε μόνο μέχρι να εμφανισθεί,/ άφησέ τον μόνο να σου δείξει το πρόσωπό του./ Δεν θα πάρει κάποτε ένα μάθημα/ γι' αυτό που δεν πρέπει να κάνεις/ σε μια γάτα;/ Κοντοζύγωσέ τον/ σαν να το κάνεις απρόθυμα/ και πάντοτε αργοκίνητα/ πάνω σε φανερά πληγωμένες πατούσες/ κι όχι πηδηματάκια και νιαουρίσματα,/ τουλάχιστον στην αρχή.

Η γάτα με την οποία συνήθιζε να φωτογραφίζεται η Σιμπόρσκα πρέπει να μην υπάρχει πια, αλλιώς θα το σκεφτόταν καλύτερα η ποιήτρια, δεν θα την άφηνε την περασμένη Τετάρτη μόνη."

(Το κείμενο απο ΤΑ ΝΕΑ, εδώ)



Ιστότοπος των βραβείων Νόμπελ με στοιχεία για την ποιήτρια, εδώ
Και η ομιλία της στην τελετή απονομής του Νόμπελ, εδώ *
Κείμενο στην εφημερίδα "The Guardian" την επομένη του θανάτου της, εδώ




*απόσπασμα από την ομιλία της
" [...]

This is why I value that little phrase "I don't know" so highly. It's small, but it flies on mighty wings. It expands our lives to include the spaces within us as well as those outer expanses in which our tiny Earth hangs suspended. If Isaac Newton had never said to himself "I don't know," the apples in his little orchard might have dropped to the ground like hailstones and at best he would have stooped to pick them up and gobble them with gusto. Had my compatriotMarie Sklodowska-Curie never said to herself "I don't know", she probably would have wound up teaching chemistry at some private high school for young ladies from good families, and would have ended her days performing this otherwise perfectly respectable job. But she kept on saying "I don't know," and these words led her, not just once but twice, to Stockholm, where restless, questing spirits are occasionally rewarded with the Nobel Prize.
Poets, if they're genuine, must also keep repeating "I don't know." Each poem marks an effort to answer this statement, but as soon as the final period hits the page, the poet begins to hesitate, starts to realize that this particular answer was pure makeshift that's absolutely inadequate to boot. So the poets keep on trying, and sooner or later the consecutive results of their self-dissatisfaction are clipped together with a giant paperclip by literary historians and called their "oeuvre" ...
[...]
The world - whatever we might think when terrified by its vastness and our own impotence, or embittered by its indifference to individual suffering, of people, animals, and perhaps even plants, for why are we so sure that plants feel no pain; whatever we might think of its expanses pierced by the rays of stars surrounded by planets we've just begun to discover, planets already dead? still dead? we just don't know; whatever we might think of this measureless theater to which we've got reserved tickets, but tickets whose lifespan is laughably short, bounded as it is by two arbitrary dates; whatever else we might think of this world - it is astonishing.
But "astonishing" is an epithet concealing a logical trap. We're astonished, after all, by things that deviate from some well-known and universally acknowledged norm, from an obviousness we've grown accustomed to. Now the point is, there is no such obvious world. Our astonishment exists per se and isn't based on comparison with something else.
Granted, in daily speech, where we don't stop to consider every word, we all use phrases like "the ordinary world," "ordinary life," "the ordinary course of events" ... But in the language of poetry, where every word is weighed, nothing is usual or normal. Not a single stone and not a single cloud above it. Not a single day and not a single night after it. And above all, not a single existence, not anyone's existence in this world.
It looks like poets will always have their work cut out for them."