Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

φωτιές, τώρα, Guns N' Roses και...

Από μακριά κοιτώντας και μαθαίνοντας από το πρωί του Σαββάτου τι συμβαίνει κάτω, όταν στη Θεσσαλονίκη λέμε κάτω εννοούμε την Αθήνα. Η κατασταση φαίνεται εφιαλτική. Ψάχνω στο χάρτη να καταλαβαω τι σημαίνει ανατολική Αττική. Άσχετη είμαι απο Αθήνα και πέριξ, έτσι κι αλλιώς. Επίσης, έτσι κι αλλιώς, το πρωτο που σκέφτομαι δεν είναι τα μέρη, είναι οι άνθρωποι. Η έκταση, μου φαίνεται τεράστια. Μιλάω με όσους φίλους μπορώ στην Αθήνα, ό,τι βλέπουν κι αυτοί από την τηλεόραση. Κοίτα, κοίτα στην τηλεόραση, το μάτι συνηθίζει την εικόνα της φωτιάς που γλύφει σπίτια, του καπνού που σκεπαζει τα πλάνα, την κλείνω.
Σαν ίδιο μου φαίνεται με κατι που έχω δει πιο παλιά και αυτό με τρομάζει, ρε. Μόνο αυτό να ήταν, θα μου πεις.
Κι όμως ποτε δεν είναι τίποτα ίδιο. Όλα αλλαζουν κι εμείς μαζί τους. Ή εμείς αλλαζουμε κι αλλαζουν όλα. Ή συμβαίνουν και τα δυο. Αυτό νομίζω είναι πιο πολύ, εκείνα αλλαζουν εμάς κι εμείς εκείνα.
Τις προάλλες διαβαζα ένα βιβλίο. "Αν το είχα διαβασει πριν απο πολλά χρόνια θα ήταν αλλιώς η ζωή μου", θα μπορούσα να πω, μη σου πω μου ήρθε να το πω. Δε γινόταν όμως. Γιατί...το είχα πρωτοδιαβασει πριν πολλά χρόνια, όντως. Γιατί λοιπόν τότε δεν το διαβασα έτσι; Άρα; Τι άρα; Ξέρεις πότε κάτι θα σε αλλάξει; Όταν θα έρθει η ώρα σου θα αλλαξεις. Μη ρωτάς τι κάνεις μέχρι τότε. Ζεις. Το τώρα.
Πριν λίγες μέρες μιλούσα με την Όλια Λαζαρίδου, κάναμε μια συνέντευξη. Τη ρώτησα αν είναι άνθρωπος που νοσταλγεί. "Μόνο στη δουλειά μου, στη ζωή καθόλου. Ίσως επειδή έχω την ευκαιρία να τα επεξεργάζομαι στη δουλειά μου όπου είναι πολύ δημιουργικά όταν γίνονται εκεί, έχω γλιτώσει από το να το κάνω στη ζωή μου. Στη ζωή πιστεύω ότι είναι ανθυγιεινό. Σε αποσπά από το να συγκεντρώσεις την προσοχή σου στο μόνο που πραγματικά έχουμε να διαχειριστούμε και είναι το παρόν μας. Αυτό γενικά το παραμελούμε πάρα πολύ γιατί είμαστε απασχολημένοι είτε να αναπολούμε είτε να κάνουμε σχέδια για το μέλλον και δεν το ζούμε στην πραγματικότητα. Μας φεύγει μέσα απ’ τα χέρια και λέμε, μα πού πήγε η χθεσινή μέρα, πού πήγε ο χρόνος ο περσινός; Έτσι κι αλλιώς ό,τι κι αν κάνει κανείς, τα πράγματα κυλάνε μέσα από τα δάκτυλά του ανεπαισθήτως, αυτή η επίγνωση πρέπει πιστεύω να μας κάνει να δινόμαστε στο παρόν μας. Να αποφεύγουμε να νοσταλγούμε, να μην επαναπαυόμαστε, να μη μισοκοιμόμαστε, αυτό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, περνάμε τη ζωή μας σαν μισοκοιμισμένοι."
Μια ωραία απαντηση.
Οταν καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος φευγει σαν αερας, περνά σαν το νερό ανάμεσα στα δάκτυλά σου, τι κάνεις; Τον κοιτάς να περνάει; Λες, άσε, αυτό θα το ζήσουμε μετά; Το ίδιο απελπισμένα -γιατί το ίδιο είναι, μη ξεγελιέσαι- λες, ό,τι κι αν κάνω είναι μάταιο, όλα περνάνε, όλα πεθαίνουν; Ή σε πιάνει μια λαχταρα να ζήσεις δυνατά με ό,τι, όσους κι όπως αγαπάς; Τι με ρωτάς; Ξέρεις τι θα απαντήσω αφού, δεν ξέρεις;

Υ.Γ.
Μαμά, να σε βάψω;
Γελάμε, με βάφει.
Α, είσαι το ωραιότερό μου έργο.
Καλά, είσαι και το πρωτο μου σε ζωγραφική προσώπου, εδώ που τα λέμε, συμπληρώνει με ενα τσαχπίνικο βλέμμα.
Ξαναγελάμε.


Και μετά...
Να σου βάλω τώρα ένα τραγούδι της εποχής σου, να, με εκείνους με μια μαλούρα να...
Άρχισε να πληκτρολογεί στο youtube, και άκου τι με έβαλε να ακούσω:

Καλά, πού τους έμαθε το μικρό μου κοριτσάκι, τους Guns N' Roses; "Don't Cry"; Και το σφυρίζει και τελεια όσο το ακούμε...

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Summer in the city



Καλοκαίρι, με τον παραξενο καιρό του. Στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον. Μέρες που καίνε και μέρες με δυνατές βροχές. Καλοκαίρι παντού. Μέρες μεγάλες και νύχτες που ξεμυαλιζουν. Δε μαλώνεις ποτε τα παιδιά που κοιμούνται αργα το καλοκαίρι, ποτέ... Δεν έχει ώρες το καλοκαίρι. Δεν εχει ξυπνητήρι, εχει τον χρόνο να κυλάει κανονικά σαν το νερό στα σώματα, σαν τα βήματα με γυμνά πόδια στα πλακάκια της κουζίνας, στο μπαλκόνι με τα πεσμενα φύλλα από την χθεσινή βροχή ή, αν μπορείς, στην άμμο. Με τα ελάχιστα ρούχα, καλοκαιρινά μικρα φορεματα, ο ήλιος να χαιδευει τα σώματα που διψάνε για δροσιά και χάδι. Ενα φιλί εκεί που δεν το περιμένεις, ενα άγγιγμα, ενα χαμόγελο. Καλοκαίρι. Με την μυρωδιά του στον αέρα. Τους ήχους του. Έντομα, ζουζούνια, δεντρα, σιωπή και όλα στο φως. Ενα άσπρο φως όλα. Να κλείνεις τα μάτια, να ζαρώνεις το μέτωπο και να παίζεις κρυφτό με τον ήλιο. Μια βουτιά στον Αχέροντα, στα κρύα νερά του. Να νικας την αγριάδα του και να σε νικάει κι εκείνη. Πόσο μου έχει λείψει...
Φετος, διακοπές στην πόλη. Summer in the city.
Να κοιμάσαι όσο αργα θες. Να ξυπνας πάλι νωρίς, μη σου πω και πιο νωρίς από το χειμώνα, αλλα είναι αλλιώς... Ανοίγεις τα μάτια και ξυπνάς, η μέρα χωρίς ξυπνητήρι...
Γέλια με τα παιδιά, να είμαστε τόσες ώρες μαζί, τι ωραία που είναι... Πρωινές κουβέντες από μπαλκόνι σε μπαλκόνι με τους γείτονες που απεμειναν, χαλαρά δουλειές στο σπίτι, αυτα που αν είσαι στο σπίτι κάθε πρωί μπορεί να τα έχεις βαρεθεί αν όμως δεν τα ζεις είναι αλλιώς, πάλι αλλιώς. Πώς την λένε την ηλικιωμένη κυρία στο απέναντι μπαλκόνι, ακόμα δεν ξέρω το όνομά της, εκείνη ξέρει το δικό μου; Την επόμενη φορα θα τη ρωτήσω. "Πολύ ωραία αυτή η πλεκτή κουβέρτα", μου λεει τη στιγμή που πάω να την μαζεψω από τα κάγκελα,"έχω πλέξει κι εγώ τετοιες" μου λεει με χαμόγελο, "πω, πω, μπραβο σας", απαντάω εγώ και το εννοώ, αυτα τα χερια πάντα τα θαυμάζω.
Μιλάμε, γελάμε με τα παιδιά, σκραμπλ με τη Σαββίνα, othelo, επιτραπεζια παιγνίδια με κλέφτες κι αστυνόμους, όνομα-φυτό-ζώο-πόλη-πραγμα, ταινίες στο dvd, Λουί ντε Φινές αλλά και Βιζυηνό που βλέπαμε χθες στο κανάλι της Βουλής, "αχ ψυχή μου, τίποτα δεν είδες...", και θερινό σινεμά πήγαμε παρέα, ήταν πολύ ωραία, στις Συκιές, στο Άλσος. Βλέπουμε πολλές γαλλικές ταινίες αυτό το καλοκαίρι, σου είπα να δεις το "είναι τρελλοί αυτοί οι βόρειοι"; Δες το και αν μπορείς, πες μου και ποιος εκανε τη μεταφραση των υποτίτλων, μπραβο του, πραγματικά! Ακούμε γαλλικά, τα ξαναθυμάμαι,της λεω λεξεις, εκφρασεις, φετος θα κανει γαλλικά στο σχολείο, το περιμένει πώς και πώς! Έρχονται φίλοι της στο σπίτι. Φτιάχνει κρύες σοκολάτες, ο Δημήτρης της λεει ότι είναι τελεια μαγείρισσα, πίνουν σοκολάτες και τρώνε αυτοσχεδιες λιχουδιές της. Αν το μεσημέρι μείνουν για φαγητό, το μενού διαμορφώνεται ανάλογα, η ομορφιά της έκπληξης. Τι τρώνε τα παιδιά; Μαγείρεμα, φαγητό και παιχνίδι, περνάνε τα μεσημέρια. Δεν θυμάμαι ούτε ενα μεσημέρι που να ήθελα να κοιμηθώ παιδί, μα ούτε ένα. Το ίδιο κι αυτά, άδικο έχουν; Φευγουν οι φίλοι και ραντεβού για αύριο το πρωί πάλι. Ακούει την Χάνα Μοντάνα, ο αδελφός της την πειραζει, με βάζει να ακούω στο i pod τα δικά του. Έλα να χορεψουμε, λεει η μικρή και καλά εκείνη κάνει χορό τόσα χρόνια εγώ πώς θα τη θυμάμαι όλη αυτήν την χορογραφία; Δεν είναι πια μικρή. Το καλοκαίρι μεγαλώνει τα παιδιά. Ξαφνικά γυρίζω το κεφάλι να την κοιταξω εκεί που λέει κάτι με λεξεις που χρησιμοποιεί για πρωτη φορα κι αν είμαι τυχερή τη βλεπω με καινούριο βλεμμα και σαστίζω, πόσο μεγάλωσε το μωρό μου, όχι, δεν είναι πια μωρό, το μικρό μου έβγαλε φτερά, "δεν είμαι πια μωρό, μαμά"
Καλοκαίρι στην πόλη. Με ό,τι λείπει. Όπως πάντα. Με ό,τι ονειρευεσαι να έρθει. Με ό,τι λαχταράς. Με υπομονή. Όλα θελουν το χρόνο τους κι ωραία είναι όλα μόνο στον καιρό τους, στην ώρα τους. Αυτό νομίζω ότι εμαθα στα καλοκαίρια της ζωής μου. Να εμπιστευομαι τις ώρες που έρχονται. Χωρίς άγχος να τις μετράω. Το καινούριο ρολόι στο σπίτι μας, ενα υπέροχο δώρο της Νιόβης κάθε ώρα φερνει το κελάηδημα, τον ήχο κι άλλου πουλιού. Δεν έμαθα ακόμη να τα ξεχωρίζω, πού θα πάει όμως. Δεν ξερεις τι ωραίο που είναι να αλλαζουν έτσι οι ώρες. Βλέπω από το παραθυρο την ελιά που φούντωσε, βαρια τα κλαδιά της, ζορίστηκαν στην χθεσινή μεγάλη μπόρα. Αμα σου πω τι μου άλλο μου λείπει τα καλοκαίρια. Να γρατσουνιστούν χερια και πόδια απο φυτα γεμάτα ντομάτες, μελιτζανες και πιπεριές, να τα μυρίζω μόλις κοπούν, να τριγυρίσω σε ενα κτήμα, ενα χωραφι, εναν μπαχτσε. Μυρωδιά απο φύλλα ντοματιάς. Το πιο νόστιμο φαγητό απο μόλις μαζεμένα λαχανικά.
Με χαρα γυρισαμε χθες από το βιβλιοπωλείο, η κάθεμιά με την πραμάτεια της. Μια τσαντα βιβλία, τελεια! Βιαζομαι να χωθώ στις σελίδες τους, χθες με τη βροχή λίγο πρόλαβα να ξεκινήσω ένα, μετά ξεκινήσαμε μια κατασκευή, ενα μωσαϊκό στο τζάμι, αυτό διάλεξε από το βιβλιοπωλείο, με τη Σαββίνα, ήθελε χρόνο... Χαζευαμε και τους πλημμυρισμένους δρόμους, τι μπουρίνι, μαύρισε ο ουρανός και τα νερά να πέφτουν με μανία. Φυσικά βγήκαμε κι ας βραχήκαμε, εννοείται, τι ρωτάς; Πάντα το κάνουμε, μη σου πω το κάνουμε επίτηδες για να βραχούμε αλλα δεν το λεμε, ε, δεν πρόλαβα να διαβάσω πολύ. Σήμερα όμως...
Μέχρι να βάλω το μεσημεριανό φαγητό να γίνεται προλαβαίνω, μια χαρά!

Υ.Γ. Αν υπάρχει ένα νησί που λαχταράω πολύ να πάω είναι η Σύρος. Την έχω δει μόνο απο μακριά, από το καραβι που πριν χρόνια πήγαινε στην Αμοργό και σταθηκε για λίγο στη Σύρα. Έρωτας με την πρωτη ματιά. Η Τζένη κάνει διακοπές εκεί. Μου έστειλε αυτές τις φωτογραφίες, να ζηλεψω ή να το βάλω σκοπό να πάω επιτέλους; Λεω να κάνω το δευτερο, άντε να δούμε πότε!